27 Δεκεμβρίου 2007

Σχολιαστές αυτοκτονιών...

Όλοι αυτοί που βγαίνουν στο γυαλί για να σχολιάσουν την απόπειρα αυτοκτονίας του Ζαχόπουλου, πριν σχολιάσουν εύχονται ταχείαν ανάρρωσιν στον αυτόχειρα. Κάτι που, στην καλύτερη, μοιάζει με γκάφα και στη χειρότερη με αστείο, αφού ο αυτόχειρας βούτηξε στον ακάλυπτο για να γλυτώσει απ’ τα εγκόσμια και όχι για να βρεθεί στην εντατική του κόσμου τούτου. Γενικότερα, συνιστώ στους σχολιαστές αυτοκτονιών να αναβαθμίσουν τις ψυχαναλυτικές δυνατότητές τους. Δεδομένου ότι έρχονται ακόμα χειρότερες πολιτικές ημέρες και η ειδικότητα «σχολιαστής αυτοκτονιών» θα καταστεί περιζήτητη από τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης.

Επιχειρώντας, ως έγκυρος σχολιαστής αυτοκτονιών (του Τύπου και όχι των ηλεκτρονικών μέσων), μια εμπεριστατωμένη ανάλυση της απόπειρας αυτοκτονίας Ζαχόπουλου, διακρίνω κάποια βαθύτερα αίτια, τα οποία, οι συνάδελφοι των ηλεκτρονικών μέσων, δεν διαθέτουν το επίπεδο να διακρίνουν. Ένα εξ αυτών, το βασικότερο ίσως, είναι ότι ο αυτόχειρας υπήρξε υποκείμενο μιας μεγάλης πολιτικής απάτης: προϊστάμενος ενός υπουργείου το οποίο υποτίθεται ότι ιδρύθηκε για να διαχειρίζεται την, πάλαι ποτέ, πεμπτουσία της ανθρώπινης δημιουργικότητας, τα γράμματα και τις τέχνες. Και κατέληξε να διαχειρίζεται την πεμπτουσία της ανθρώπινης δημιουργικότητας των καιρών μας, το δημόσιο χρήμα.

Αλλά,ακόμα κι αυτή, η διαχείριση του δημοσίου χρήματος, είναι κακός μπελάς για τον διαχειριστή˙ ανεξάρτητα εάν είναι γραμματέας υπουργείου ή υπουργός, αν λέγεται Ζαχόπουλος ή Τσιτουρίδης, να πούμε, μπορεί να οδηγηθεί στο σπίτι του, στην κατάθλιψη, ακόμα και στην αυτοκτονία. Αφού, αργά ή γρήγορα, θα κληθεί να μοιράσει δημόσιο χρήμα. Και, καθώς θα το μοιράζει, είναι πιθανότατο να κάνει το μοιραίο ορθογραφικό λάθος: αντί να το μοιράσει στους υμετέρους να το μοιράσει στους ημετέρους! Το μόνο που λείπει είναι το πρόσωπο που θα αποκαλύψει το… ορθογραφικό λάθος. Αν προκύψει νεαρή -παρακοιμωμένη του διαχειριστή- συνάδελφος, τότε είναι πιθανή ακόμα και η αυτοκτονία. Του διαχειριστή…

Στην περίπτωση Ζαχόπουλου, διακρίνω και μια περιέργεια πέρα απ’ τη συνήθη περιέργεια που εγείρει μια ανεπιτυχής απόπειρα αυτοκτονίας (και είναι περιέργεια του τύπου «Μας δουλεύει τώρα ή το ήθελε;» και «Θέατρο έκανε, άραγε;» ή «Είναι σίγουρα ψυχάκιας ή…») και αυτή είναι μια πολιτική περιέργεια ή μια περιέργεια των πολιτικών: ήταν δεξιός ή αριστερός ο αυτόχειρας; Πως τα κατάφερε και επιβίωσε ως ισχυρός γραμματέας και επί ΠΑΣΟΚ και επί Νέας Δημοκρατίας; Ήταν απλώς υμέτερος της Ρηγίλλης ή ήταν ημέτερος του Καραμανλή και της Νατάσσας, όπως ακούγεται; Και, ως διαχειριστής δημοσίου χρήματος, ευνοούσε υμετέρους του ΠΑΣΟΚ, υμετέρους της ΝΔ, ή απλώς ημετέρους; Και ποιους ακριβώς; Είναι ερωτήματα που μόνο ο αυτόχειρας θα μπορούσε να απαντήσει. Πράγμα που, εν μέρει, αιτιολογεί την ευχή «ταχείαν ανάρρωσιν», ακόμα και αν απευθύνεται σε αυτόχειρα!..

Νίκος Τσαγκρής

25 Δεκεμβρίου 2007

Η τρυφερότητα των Χριστουγέννων


Περπατώ στην εορταστική οδό Ερμού, ανάμεσα σε όλο εκείνο το πλήθος των ανθρώπων που περπατούν στην εορταστική οδό Ερμού. Ο ώμος της βιαστικής κυρίας με τη γούνα που με σπρώχνει για να περάσει, η πλάτη του νεαρού με το δερμάτινο μπουφάν και το ξυρισμένο κεφάλι που βαδίζει μπροστά μου, το γελαστό καστανόξανθο κοριτσίστικο κεφαλάκι, δίπλα μου, που αρκεί να απλώσω το χέρι μου για να το χαϊδέψω, το κουρασμένο πρόσωπο πίσω απ' τη μάσκα του Αϊ Bασiλη με το χάρτινο έλκηθρο, τα υγρά μάτια των παιδιών μιας ορχήστρα του δρόμου, όλο αυτό το πλήθος, που συνιστά ένα ρευστό ανθρώπινο σύνολο στριμωγμένο στον μακρύ πεζόδρομο, ανάμεσα στις λουσάτες χριστουγεννιάτικες βιτρίνες των καταστημάτων, δεξιά κι αριστερά, μου προκαλεί μια σπάνια τρυφερότητα.

Είναι μια τρυφερότητα που, υποθέτω, γεννιέται από εκείνο το καστανόξανθο κοριτσίστικο κεφαλάκι δίπλα μου, εκείνο το παιδικό χεράκι που κρατώ μες στο χέρι μου και με τραβολογά, ιδρωμένο, από εδώ και από εκεί. Και τοποθετώ, τους πάντες (και τα πάντα!) γύρω μου, μέσα σ' αυτήν την τρυφερότητα.

Μα αν είναι έτσι, πώς εχώρεσε μέσα σε μια μοναχική (ίσως μελοδραματική, ίσως αστεία) τρυφερότητα αυτός ο συρφετός προσώπων και πραγμάτων: οι δεσποινίδες που ξεσπούν σε γέλια και χαρούμενα ξεφωνητά καθώς ο Τσάρλι Τσάπλιν της Ερμού τους κλείνει πονηρά το μάτι, οι χοντρές κυρίες που ασθμαίνουν φορτωμένες με τα ψώνια, τα αγόρια με τα αθλητικά παπούτσια και τα άνορακ που περιφέρονται άσκοπα επιδεικνύοντας τον έφηβο ναρκισσισμό τους. Και ο ξεχασμένος κόσμος πίσω τους, πίσω απ’ τις λαμπρές βιτρίνες της Ερμού, κόσμος μυρίων αισθηματικών, αισθητικών και υλικών, βεβαίως, ελλειμμάτων˙ o κόσμος της ανέχειας, της διαφθοράς, της βίας και των βιασμών. Πώς χώρεσε, λοιπόν, αυτός ο κόσμος σε μια μικρούλα τρυφερότητα που την προκάλεσε το καστανόξανθο χαμόγελο ενός παιδιού, που πιάνεται απ’ το χέρι μου και περπατά μαζί μου στον κατάμεστο χριστουγεννιάτικο πεζόδρομο…

«Είναι απλώς κάποιοι άνθρωποι», θα σχολίαζε με συγκατάβαση, αν μας έβλεπε, ο Φερνάντο Πεσόα: «Περπατούν στον δρόμο με τη συμπεριφορά εκείνη που χαρακτηρίζει την ενσυνείδητη κατάσταση κι όμως δεν έχουν συνείδηση κανενός πράγματος, γιατί δεν έχουν συνείδηση ότι έχουν συνείδηση». Ωστόσο, έχω τη συνείδηση ότι αυτή η τρυφερότητα που με κατακλύζει καθώς περπατώ στον εορταστικό πεζόδρομο είναι μεν ασυνείδητη, αλλά αποτελεί προϊόν μιας ενσυνείδητης κατάστασης που,στιγμιαία, βιώνω: ναι, είναι η τρυφερότητα που μου προκάλεσε εκείνο το ξανθό κοριτσάκι δίπλα μου, εκείνο το παιδικό χεράκι που κρατώ με το χέρι μου και με τραβολογά, ιδρωμένο, από εδώ κι από εκεί. Μια επαφή που, αναπόφευκτα, με ενώνει συναισθηματικά με όλους τους ανθρώπους, τα πράγματα, τον κόσμο γύρω μου: όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε!..



Νίκος Τσαγκρής

17 Δεκεμβρίου 2007

Ανώνυμες Εταιρίες Φονιάδων


Σε μία από τις, νομίζω, κρισιμότερες σκηνές προς το τέλος της ταινίας «Λέοντες αντί αμνών», του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο επερχόμενος (προικισμένος αλλά σε σύγχυση φοιτητής) που έχει αποφασίσει να καταταγεί στο στρατό, για να πολεμήσει -τα πολλαπλά, δυναστικά αδιέξοδά του...- στο Αφγανιστάν, παρατηρεί στον απερχόμενο (καθηγητή του) που προσπαθεί να τον αποτρέψει: «Κι εσύ πολέμησες τότε στο Βιετνάμ!». «Ναι...», απάντησε μελαγχολικά ο καθηγητής, «αλλά εγώ ήμουν κληρωτός!»...

Είχα σχεδόν ξεχάσει αυτή τη σημαντική στιχομυθία που δείχνει -ή δίνει στο θεατή να υποψιαστεί-, με δύο ατάκες, τι άλλαξε, από το Βιετνάμ του '60 - '70 έως το Αφγανιστάν και το Ιράκ του 21ου αιώνα: κληρωτοί τότε, μισθοφόροι τώρα. Και τι μισθοφόροι! Ανθρωπομηχανές, που ούτε λογαριάζουν τίποτα ούτε δίνουν λογαριασμό σε κανένα. Απλώς, εξοντώνουν «εχθρούς» -κατά παραγγελίαν, όταν εκτελούν αποστολή-, με την ευχέρεια που πυροβολεί κανείς στόχους σε λουναπάρκ. Αλλά και «στην πλάκα», όταν είναι εκτός αποστολής και τους ψυχοπλακώνει η βαρεμάρα από την... αργία θανάτου...

Διάβασα στο «Εψιλον» (25/11) το δημοσίευμα του Γιάννη Μπογιόπουλου, για τους μισθοφόρους -κάθε λογής φυράματος -της «Blackwater»- μίας από τις... 177 ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σήμερα στο Ιράκ, και πιο αδυσώπητης!- που οι υπερβάσεις... ασυδοσίας (παρότι έχουν νόμιμη ασυλία!) των ανθρωπομηχανών της, όχι μόνο θορύβησαν την ιρακινή «κυβέρνηση», που ζήτησε την απομάκρυνση της «εταιρείας», αλλά και προβλημάτισαν την αμερικανική Γερουσία.

Ο πρόεδρος της «Blackwater», μεγαλοεργολάβος φόνων, πολυεκατομμυριούχος 38χρονος, Ερικ Πρινς, είναι -σημειώνει το δημοσίευμα- παιδιόθεν, οικογενειακώς, συνδεδεμένος με τους Μπους, μέσω ακροδεξιάς χριστιανικής οργάνωσης. Εννοήσαμε...

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΝΤΑΙΟΣ (Από την Ελευθεροτυπία)

13 Δεκεμβρίου 2007

Η Σταδίου ήταν γεμάτη...

Έχω καμιά εικοσαριά, τουλάχιστον, χρόνια να πάω σε διαδήλωση. Για τον ίδιο, περίπου, λόγο που εδώ και καμιά εικοσαριά, επίσης, χρόνια έχω να πάω σε θέατρο: το «έργο» είχε καταντήσει ανούσιο, στημένο, βαρετό. Και καλά, στο θέατρο θεατής είσαι, το πολύ-πολύ να βαρεθείς τους θεατρίνους. Αλλά, στη διαδήλωση, ο θεατρίνος είσαι εσύ. Και διατρέχεις τον κίνδυνο να βαρεθείς τον εαυτό σου...

Για να είμαι ακριβής, καμιά εικοσαριά χρόνια έχω να πάρω μέρος (και όχι «να πάω») σε διαδήλωση। Σε μερικές είχα πάει, τις είχα παρακολουθήσει θέλω να πω, για δημοσιογραφικούς, κυρίως, λόγους. Τελευταία φορά είχα πάει στα «Γιαννίτσεια», όπως λέμε στην παρέα την διαδήλωση κατά του νομοσχεδίου Γιαννίτση για το ασφαλιστικό. Που ήταν μια απ’ τις μεγαλύτερες «εργατικές» διαδηλώσεις της μεταπολίτευσης και έκανε τους ρομαντικούς της Αριστεράς να αναθαρρήσουν ότι… «νάτο, πετιέται απ’ την αρχή, το εργατικό κίνημα»˙ αλλά ο Σημίτης την είδε τη δουλειά, ότι θα χάσει το… μεροκάματο, το απέσυρε το νομοσχέδιο, και το… εργατικό κίνημα γύρισε σπίτι…

Θέλω να καταλήξω ότι είχα να πάω σε διαδήλωση απ’ τα «Γιαννίτσεια», μέχρι που την περασμένη Τετάρτη πήγα στα Μαγγίνεια (έτσι αρχίσαμε να λέμε στην παρέα την διαδήλωση κατά της υποτιθέμενης «μεταρρύθμισης Μαγγίνα» για το ασφαλιστικό). Πάλι ως θεατής πήγα, κατ’ αρχήν, και στα «Μαγγίνεια». Ξεκίνησα απ’ το Σύνταγμα γύρω στις 12.30. Η αστυνομία έκανε ήδη το καθήκον της. Έκλεινε με κλούβες και με κάνα δυο διμοιρίες ΜΑΤ τον δρόμο προς την αμερικανική πρεσβεία. Ένα γύρω, καμιά τρακοσαριά άτομα με σημαίες και πανό του ΠΑΜΕ έκαναν πρόβα διαδήλωσης. Η Πανεπιστημίου και η Σταδίου κλειστές ήδη, αλλά άδειες. «Είναι νωρίς», σκέφτηκα και πήγα για καφέ στου Ζόναρς. Πεντέμισι ευρώ ο καφές στου Ζόναρς!

Μία και κάτι, κατηφόρισα στη Σταδίου όπου περνούσαν ήδη οι πρώτοι διαδηλωτές και έπιασα μια καλή θέση στο κιγκλίδωμα του πεζοδρομίου δίπλα στους άλλους παρατηρητές. Τα μπλοκ των διαδηλωτών (ντουντούκα, κεντρικό πανό, εργαζόμενοι – ντουντούκα, κεντρικό πανό, εργαζόμενοι) σε μια αργή, σχεδόν πένθιμη, αλληλουχία βημάτων, εναλλάσσονταν ατελείωτα: οι μηχανικοί, οι τραπεζικοί, οι εκπαιδευτικοί, οι εργαζόμενοι της Ολυμπιακής, οι σιδηροδρομικοί… Άνθρωποι κουρασμένοι, καθημαγμένοι από το βάρος της εργασίας που γίνεται δουλεία, από το άγος αβίωτων βίων. Άνθρωποι, ωστόσο, που ακόμα αντιστέκονται, που βγήκαν στο δρόμο να υπερασπιστούν την αξιοπρέπειά τους˙ την τιμή του Έλληνα εργαζόμενου…

Μιάμιση ώρα αργότερα έφτασε μπροστά μου το μπλοκ των δημοσιογράφων। Δεν άντεξα, καβάλησα το κιγκλίδωμα και μπήκα, μαζί τους, στη διαδήλωση. Με τη σκέψη σε μια ρήση του Ρόμπερτ Μούζιλ: οι άνθρωποι περιπλανώνται στη γη σαν προφητείες του μέλλοντος, και όλες οι πράξεις τους είναι απόπειρες και δοκιμές. Διότι κάθε πράξη μπορεί να ξεπεραστεί από την επόμενη...

Νίκος Τσαγκρής

10 Δεκεμβρίου 2007

ΠΓΔΜ: Το όνομα και το παρατσούκλι


Η εγγονούλα µου, όπως και κάθε εγγονούλα, έχει δύο γιαγιάδες. Τη µία γιαγιά τη λένε Γιάννα και την άλλη Φωτεινή. Όπως συµβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, υπήρξε µία διχογνωµία για το ποιας γιαγιάς το όνοµα θα πάρει. Μετά από πολύµηνες διαπραγµατεύσεις για το «όνοµα» τελικά οι «αρµόδιοι παράγοντες» της οικογένειας αποφάσισαν να τη βαπτίσουν Φωτεινή. Η άλλη γιαγιά, η γιαγιά Γιάννα, δεν µπορούσε παρά να αποδεχθεί την απόφαση. Ανέπτυξε, εντούτοις, µία τελευταία «γραµµή άµυνας». «…Εγώ θα τη φωνάζω Φαίη, γιατί είναι πιο ωραίο από το Φωτεινή…», είπε. «…Όχι, να τη φωνάζεις Φένια…», της είπε µία φίλη της. «…Όχι καλέ, Φώφη είναι καλύτερο…», είπε κάποιος τρίτος. Οπότε στο τέλος πετάχτηκε και ο καλαµπουρτζής τής παρέας και είπε:«…Γιατί δεν τη λέµε ΦΥΡΟΜ ρε παιδιά…και βλέπουµε!!!...».Αυτό ήταν! Της κόλλησε το παρατσούκλι. Από τότε έχουν περάσει τρία χρόνια και ακόµα µερικοί ΦΥΡΟΜ το λένε το µωρό µας.

Η παραπάνω ιστορία είναι αληθινή όπως, βέβαια, αληθινή είναι και η ιστορία µε το όνοµα - παρατσούκλι τής γειτονικής µας χώρας.Η θέση µας ξεκίνησε µε «καθαρές κουβέντες», ώστε να τις καταλαβαίνουν όλοι και να αποφεύγονται και οι παρεξηγήσεις και οι αποµιµήσεις: «…Ούτε η λέξη Μακεδονία ούτε παράγωγο αυτής της λέξης στην ονοµασία αυτής της χώρας…».Εν τω µεταξύ, εδώ και δεκαπέντε χρόνια αυτή η χώρα «ακούει» στο συνταγµατικό όνοµα που είναι Δηµοκρατία της Μακεδονίας, ενώ στους διεθνείς οργανισµούς η Ελλάδα έχει καταφέρει να χρησιµοποιείται η ονοµασία FYROM που σηµαίνει Πρώην Μακεδονία κλπ.

Αποτέλεσµα αυτής της διένεξης είναι η εξής κατάσταση:Πρώτον, η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών όλου του κόσµου –πλην των Ελλήνων– καθώς και όλων των πολιτών τής οικουµένης –εφόσον, βέβαια, γνωρίζουν την ύπαρξη αυτής της χώρας– την αποκαλούν Δηµοκρατία της Μακεδονίας και τους πολίτες της Μακεδόνες καιΔεύτερον, εµείς στην Ελλάδα επισήµως µεν την αποκαλούµε ΠΓΔΜ –θα µπορούσαµε να τη λέµε και Πουγουδουµία όπως µάθαµε να λέµε Κουπουσού τα λεφτά που παίρνουµε από την ΕΕ– αλλά µας βόλεψε τελικά να τη λέµε Σκόπια και τους πολίτες της Σκοπιανούς. Όσοι από τους Έλληνες –σχετικά λίγοι– θέλουν να είναι «πολιτικά ορθοί» τη λένε ΦΥΡΟΜ και όσοι απ’ αυτούς θέλουν να δείξουν ότι ξέρουν και καλά αγγλικά –ακόµα λιγότεροι– τη λένε ΦΑΪΡΟΜ.

Επί της ουσίας της διαµάχης έχουν ειπωθεί τα πάντα. • Έχει αναλυθεί το ενδεχόµενο του αλυτρωτισµού, του επεκτατισµού και της διεκδίκησης της ιστορικότητας της λέξης Μακεδονία από έναν λαό σε αναζήτηση ταυτότητας. • Έχουν αναδειχθεί όλα τα στοιχεία τού ψευτοτσαµπουκά των ελλήνων εθνικιστών, και του λαϊκισµού της φιλοχουντικής ηγεσίας τής εκκλησίας που εκµεταλλεύονται το λαϊκό αίσθηµα και οδηγούν όλη τη χώρα σε εθνικές ήττες.• Έχει, τέλος, διαπιστωθεί η πλήρης παγίδευση του πολιτικού µας συστήµατος επί δεκαπέντε χρόνια στην ακραία θέση τού «ούτε παράγωγο της λέξης Μακεδονία» και η πλήρης ανικανότητά του να διαπραγµατευθεί από την αρχή µία σύνθετη ονοµασία.

Σήµερα η σύνθετη ονοµασία δεν γίνεται αποδεκτή. Τόσο το όνοµα όσο και το παρατσούκλι όταν επικρατήσουν στα «χείλη ολουνών» δεν αλλάζουν. Όποια επίσηµη συµφωνία και να γίνει, εµείς οι Έλληνες θα συνεχίσουµε να τους λέµε µε το παρατσούκλι που τους έχουµε κολλήσει, δηλαδή Σκόπια και Σκοπιανούς, και όλος ο υπόλοιπος κόσµος θα τους λέει Μακεδονία και Μακεδόνες. Αυτό, άλλωστε, προτείνουν και οι γείτονές µας, οι «αδιάλλακτοι» Σκοπιανοί. Το θέµα έχει ουσιαστικά τελειώσει. Το µόνο ζήτηµα που υπάρχει είναι το πώς θα πεισθούµε γι’ αυτό εµείς οι Έλληνες, δηλαδή πώς θα πεισθούµε ότι το µόνο που θα µας αναγνωρίσει η διεθνής κοινότητα µε τη σύµφωνη γνώµη και των Σκοπίων είναι να τους λέµε και επισήµως µε παρατσούκλι.Τι να κάνουµε; Έχουν και τα παρατσούκλια τη γοητεία τους, την ιστορία τους και την ερµηνεία τους.

Γιώργος Γληνός

2 Δεκεμβρίου 2007

Ένα σενάριο για τον Αλέκο

Πράγματι, το θέμα της αποχώρησης του Αλαβάνου – για προσωπικούς λόγους (;) – από την ηγεσία του Συνασπισμού μοιάζει με κακόγουστη φάρσα: «Καλά, αυτό είναι χιούμορ;», μου απάντησε ο ανενημέρωτος (λόγω της δημοσιογραφικής απεργίας) μανάβης της γειτονιάς, ενθουσιώδης ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ, όταν τον κάλεσα να μου πει τη γνώμη του. Τον ενημέρωσα, του εξήγησα ότι δεν είναι φήμη ούτε πληροφορία, ότι ο ίδιος ο Αλαβάνος το ανακοίνωσε, αλλά τίποτα, εξακολουθούσε να το θεωρεί απίστευτο: μια κακόγουστη φάρσα…

Και μπορεί να είναι! Αν όχι μια κακόγουστη φάρσα, μπορεί να είναι ένα κακόγουστο πολιτικό παιγνίδι. Απίστευτο κι αυτό για Αλαβάνο και Συνασπισμό, αλλά γιατί όχι; Στην εποχή μας το κακόγουστο είναι καλόγουστο. Είμαστε μια κοινωνία, που αποθεώνει το εύκολο, το γρήγορο, το το καινούργιο, το μιας χρήσης. Επομένως, ο Τσίπρας πρόεδρος του Συνασπισμού! Γιατί όχι; Είναι νέος, εύκολος (με την… καλή έννοια), γρήγορος και, να μην ξεχάσω, αυτό που λένε «επικοινωνιακός». Εξάλλου, ποιοί άλλοι «κλασάτοι» απέμειναν στον ΣΥΝ; Έχουμε και λέμε: Παπαδημούλης, Παπαγιαννάκης απ’ τους «ανανεωτικούς», Δραγασάκης, Λαφαζάνης από το «ρεύμα», και τέλος. Το σχεδόν τίποτα! Εντάξει, ο Κουβέλης είναι ο πιο διακεκριμένος και ο πλέον αξιόπιστος απ’ όλους τους εναπομείναντες αλλά ξαναπαίζει; Και τον ξαναπαίζουνε; Αμφίβολο. Σιγά μην ξαναπαίξουν και τον Κωνσταντόπουλο…

Πάμε τώρα σ’ αυτή την κακόγουστη φάρσα, που μπορεί να είναι ένα «κακόγουστο-καλόγουστο», όπως λέγαμε, πολιτικό παιγνίδι. Ή ένα ευφάνταστο σενάριο: Ο Αλαβάνος, για «προσωπικούς λόγους», αποσύρεται από την προεδρία του Συνασπισμού και τον οδηγεί (ο ΣΥΝ σύρεται επί της ουσίας) σε μια επιλογή προέδρου τύπου Τσίπρα (όπως θα ‘θελε ο Αλέκος) ή Παπαδημούλη να πούμε, ή Δραγασάκη, ενώ ο ίδιος αναλαμβάνει τον ρόλο κοινοβουλευτικού ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτομάτως, από την σημειολογία της εξέλιξης και μόνον, αλλά και «επικοινωνιακά», που λέει ο λόγος (τους), και πραγματικά, (που μας ενδιαφέρει), ο ΣΥΝ εκπίπτει από το status του κόμματος-οδηγού (leader) στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, σε ένα ακόμα «ρεύμα» του ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ ο Αλαβάνος, ως ηγέτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, κατοχυρώνει ένα είδος ηγεμονίας της… «όλης ριζοσπαστικής Αριστεράς», που θα ‘λεγε και ο Βενιζέλος ο νεότερος. Και εγγράφει υποθήκη για την προεδρία του σχήματος που θα προκύψει από την (επιδιωκόμενη) μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα-κίνημα.

Είπαμε, ένα ευφάνταστο σενάριο είναι. Για μια πολιτική φάρσα, ένα πολιτικό παιγνίδι που, ποιος ξέρει, κρυφίως, ίσως παίζεται. Το βρίσκετε κακόγουστο; Σωστά, αλλά στην εποχή μας το κακόγουστο είναι καλόγουστο, και στην Αριστερά! Είμαστε μια κοινωνία που αποθεώνει το νέο, το καινούργιο, το γρήγορο, το μιας χρήσης…

Νίκος Τσαγκρής

29 Νοεμβρίου 2007

Δυσμαθείς και ανάλγητοι

Να το πάμε ακόμη μια φορά από την αρχή: μας κυβερνούν (και δεν εννοώ μονάχα την κυβέρνηση) άνθρωποι χυδαίοι, αμόρφωτοι, ταπεινότατων αισθημάτων άνθρωποι, ανδράρια και γύναια χθαμαλής ποιότητας. Μας κυβερνούν όντα που είναι αποκυήματα της πολλαπλής δυσπλασίας (η οποία συνιστά και τη δυστυχία της) από την οποία προέκυψε το ελληνικό κράτος και ο καινοφανής (ου μην αλλά και κενός) ελληνικός λαός. Ένας λαός όχι μόνο ή κυρίως όχι μόνο χωρίς ιστορικό περιεχόμενο πλην εκείνου του εμβαλωματικού για να συμπληρωθεί όπως - όπως το κενό στην ιστορία των εθνικών κρατών του 19ου αιώνα, με τα αιμοσταγή συμπαρομαρτούντα κατά τη διάρκεια του 20ού, αλλά κυρίως ένας λαός χωρίς ιστορικό αντικείμενο μέσα στην τερατωδώς πολύπλοκη πλημμυρίδα ενός κόσμου που άλλαξε άρδην πολλές φορές κατά τη διάρκεια αυτών των δύο τελευταίων αιώνων πριν από τον 21ο.

Και η Ελλάς επί δύο αιώνες αποτυγχάνει. Διαρκώς. Μια υπόθεση που πίστεψαν έντιμα μυαλά και επίκαιρα έως θανάτου σώματα, απέτυχε. Διά της σπατάλης. Ιστορικής, κοινωνικής και οποιαδήποτε άλλης. Διότι η Ελλάδα κατασκευάσθηκε (πράγμα διόλου κακό, συμβαίνει σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη με διάφορους τρόπους κατά περίπτωση, σε ένα πλέγμα που μπροστά του ο γόρδιος δεσμός μοιάζει με παιδικό παιχνίδι), και αντί να προχωρήσει ώστε να αποκτήσει περιεχόμενο, σπατάλησε ακόμη και την ιδεοληπτική σκευή της, αγριεύτηκε από ανθρώπους ανάξιους και άξεστους που αντί να εισχωρήσουν στο άγνωστο κατέφυγαν στο επίπλαστα γνωστό και έτσι από κατάντια σε κατάντια, από τραγωδία σε τραγωδία φτάσαμε στο σημερινό χυδαίο τίποτα που αν το αναλογιστεί κανείς είναι για αυτοκτονία (τρόπος του λέγειν).

Η Ελλάδα δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει. Και δεν είναι πια εφεύρημα της φαντασίας της. Είναι αποκύημα της ιστορικής της χυδαιότητας απ' όπου ο καθένας (σύστημα, ομάδα, οικονομική διάσταση, ατομική οντότητα) άρπαξε ό,τι πρόλαβε, το εγκατέστησε στον τόπο και αυτό το συνονθύλευμα το προβάλλει ως συντεταγμένη κρατική υπόσταση, διαθέτουσα λαό, έδαφος, εξουσία. Ψέματα. Τίποτα δεν υπάρχει. Χυδαίοι ομνύουν για τη σημαία, χυδαίοι ομνύουν για τον τόπο, χυδαίοι ομνύουν για τη θρησκεία. Δυσμαθείς και ανάλγητοι ομιλούν. Θρασύστομοι επιτίθενται και αργυρώνητοι εξηγούν τα θέσφατα. Και τα εξηγούν σε έναν λαό πρόθυμο να πιστέψει τους θρασύστομους, τους αργυρώνητους, τους χυδαίους, τους τιποτένιους, τα ανδράρια και τα γύναια της κάθε λογής εξουσίας. Και είναι πρόθυμος ο λαός να τους πιστέψει γιατί είναι σάρκα από τη σάρκα του. Αληθώς. Τομάρια που πρόδωσαν, κτήνη που έβγαλαν κέρδη από την προδοσία, μαυροφορεμένα γουρούνια που πούλησαν τη θεία κοινωνία σε κάθε κατακτητή και απάνθρωπες γραβάτες που ξέσκισαν και ξεσκίζουν κάθε έννοια κοινού κτήματος της δημοκρατίας προς ίδιον όφελος, όλοι αυτοί λατρεύτηκαν.

Αλλά για να λατρευτούν όλοι αυτοί, σημαίνει, ότι τους λατρεύουν δούλοι. Η παινεμένη, αποενοχοποιημένη λατρευτή πλειοψηφία. Αυτή η χρυσοτόκος όρνις που γεννάει τα χρυσά αυγά του τίποτα. Τα χρυσά αυγά ενός χρήματος που δεν είναι των ανθρώπων αλλά ωστόσο μέσα στο στρεβλό μπορεί να καταβάλει τους ανθρώπους. Ζωοδούν, φρικωδούν, ανασκολοπίζουν, κλέβουν, σκοτώνουν ζωές και όμως! Όλα είναι φυσιολογικά. Φτύνουν και λέμε ότι βρέχει. Κλέβουν και λέμε ότι ο θόρυβος της κλοπής είναι ψαλμωδία. Λοιδορούν και ξεσκίζουν (κάποτε την έστησαν και στον τοίχο του εκτελεστικού αποσπάσματος) όποια ελπίδα πάει να γεννηθεί κι εμείς ψάχνουμε να βρούμε το ποσοστό της αλήθειας τους. Το ποσοστό της αλήθειας τους. Το ποσοστό των τεράτων. Που όπως είπαμε προέκυψαν από την πολλαπλή τερατογένεση που λέγεται Ελλάδα.

Καθαρά πράγματα: δεν υπάρχει σήμερα επώνυμη οικογένεια στην Ελλάδα με οποιασδήποτε μορφής εξουσία (κυβερνητική ή άλλη) που να μην είναι προϊόν τερατουργίας. Προϊόν τερατώδους νομιμότητας η οποία οδήγησε και οδηγεί τον τόπο Ελλάδα στον χαμό. Οι άνθρωποι λοιπόν που συμμετέχουν στην άσκηση αυτής της πολυπλόκαμης εξουσίας, μαζί με τον ακατάσχετο και πολυπλόκαμο εσμό που τους υποστηρίζει είναι τέρατα ασημαντότητας και αρπαγής. Και να εξηγούμαστε: το πράγμα δεν τελειώνει με τα δύο κόμματα εξουσίας, ούτε με τους βαρείς υποστηρικτές τους. Έχει διαχυθεί παντού, σε μια κραυγαλέα ομερτά της απάτης. Καθαρά πράγματα: τα πάντα είναι προδομένα. Όλοι οι θεσμοί είναι μη αντιστρέψιμα διαβρωμένοι, και η συζήτηση, δείγματος χάριν, επί του ασφαλιστικού, ένα απλό σφαγείο.

Εδώ ο πρωθυπουργός είναι γιος του πατέρα του και ανιψιός του θείου του εν θριάμβω κι εσύ μου λες... Ο Ρουσόπουλος και ο Μαγγίνας μας μάρανε. Σαν να λέμε ο Ρέππας και ο Πρωτόπαπας. Σαν να λέμε ο "Ακτωρ" της ΔΟΛιας Ελλάδας. Και στην επιφάνεια το Μητσοτακέικο. Και στην ακτή η θάλασσα να ξεβράζει πτώματα αγαλμάτων. Υπάρχει κανένας για να τα δει; Υπάρχει. Οι αρχαιοκάπηλοι. Επειδή η Ελλάδα είναι απλώς εμπόρευμα. Φτηνό. Που εμπορεύεται το ίδιο της το άγαλμα. Το μόνο σταθερό της σημείο.


Κώστας Καναβούρης

25 Νοεμβρίου 2007

Από την Θάτσερ στον Κωστάκη

Η έκφραση «θα γίνει της Γαλλίας» γεμίζει τον ελληνικό κοινωνικοπολιτικό “αέρα” αυτές τις μέρες. «Θα γίνει της Γαλλίας», που σημαίνει θα βγει στους δρόμους το πόπολο, έρχεται κοινωνική αναταραχή, έρχονται απεργίες, διαδηλώσεις, εξεγέρσεις. Όπως στη Γαλλία.
-Και γιατί στην Ελλάδα όπως στην Γαλλία, παρακαλώ;
-Διότι, όπως στη Γαλλία έχουν τον Σαρκοζί, έτσι κι εμείς έχουμε τον Κωστάκη: Κωστάκης α λα Σαρκοζί. Αποφασισμένος να επιβάλλει τις μεταρρυθμίσεις ο Γάλλος, κολλημένος με τις “μεταρρυθμίσεις” και ο δικός μας… Κάπως έτσι τα βλέπει ο κοσμάκης. Και, «θα γίνει της Γαλλίας»…

Φυσικά και θα …γίνει της Γαλλίας. Και της Γαλλίας και της Αργεντινής θα γίνει. Το θέμα είναι να μη γίνει της Αγγλίας. Θα μου πείτε, τι δουλειά έχει η Αγγλία; Θα σας πω: αυτή η ιστορία με τους δικούς μας… μεταρρυθμιστές, μου θυμίζει την πιλοτική εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη. Είκοσι χρόνια πριν, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τότε που γινόταν «της Αγγλίας». Από τη μια η Αγγλίδα ιέρεια του νεοφιλελευθερισμού, η «σιδηρά κυρία», η Μάργκαρετ Θάτσερ. Και από την άλλη οι Βρετανοί ανθρακωρύχοι με την χαλύβδινη συνδικαλιστική ηγεσία τους. Η σύγκρουση μετωπική, αδυσώπητη, αλλά στο τέλος τα οδοφράγματα των ανθρακωρύχων έπεσαν, η «σιδηρά κυρία»… μεταρρύθμισε (εξόντωσε, στην κυριολεξία) τους ανθρακωρύχους.

Ήταν η εποχή που η… μεταρρυθμίστρια Θάτσερ έκανε ένα εξαιρετικό δίδυμο με τον διαπλανητικό… μεταρρυθμιστή Ρόναλντ Ρήγκαν. Εμείς είχαμε τον «σοσιαλισμό» του Ανδρέα, μα (για ιστορικούς μόνο λόγους) θυμίζω ότι τότε ακριβώς ξετσούμισε ο… μεταρρυθμιστής Σημίτης. Ο οποίος, θυμάστε, από τότε ήθελε να μεταρρυθμίσει την οικονομία (και την σοσιαλδημοκρατία, εν γένει) κατά τα πρότυπα της Θάτσερ. Το έκανε δέκα χρόνια αργότερα, σε ένα εξαιρετικό δίδυμο με τον Γάλλο ομοϊδεάτη του, τον (πώς να τους πούμε τώρα αυτούς; σοσιαλφιλελεύθερους;) Λιονέλ Ζοσπέν. Τώρα έχουμε ένα ακόμα ελληνογαλλικό δίδυμο… μεταρρυθμιστών. Πιο straight αυτή τη φορά, πιο κανονικά φιλελεύθερο: το δίδυμο των Σαρκοζί-Κωστάκη.

Αλλά γιατί πιο straight, γιατί πιο δεξιοί, γιατί πιο κανονικοί φιλελεύθεροι οι Σαρκοζί και Κωστάκης από τους Ζοσπέν και Σημίτη; Όχι, αν αφαιρέσουμε τις ιδεολογικές σφραγίδες, αυτό που προκύπτει είναι μια απλή αλλαγή φρουράς στο στρατόπεδο των ευρωπαίων… μεταρρυθμιστών: Από την Θάτσερ ως τον Μπλερ, από τον Ζοσπέν ως τον Σαρκοζί, από τον Σημίτη ως τον Κωστάκη, μια διαρκής σταυροφορία ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων στην ίδια, νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Υπέρ της οικονομικής ολιγαρχίας, κατά της κοινωνίας των εργαζομένων.

«Ποια κοινωνία; Ποιοι εργαζόμενοι; Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα…», μοιάζουν να λένε Σαρκοζί και Κώστας, όπως έλεγε τριάντα χρόνια πριν η Θάτσερ. Ε, δεν είναι φυσικό να γίνει «της Γαλλίας»;

Νίκος Τσαγκρής

21 Νοεμβρίου 2007

Οι χορευτές της απογνώσεως


Ίσως να μιλούσαμε για τη χορογραφία της απόγνωσης στο κέντρο της πόλης; Να μιλούσαμε μήπως για μια performance της απελπισίας που φεύγει κι έρχεται μπροστά στα μάτια του ανώνυμου πλήθους, αν βέβαια η μάζα έχει μάτια ώστε συνακολούθως θα έπρεπε ως αποτέλεσμα να έχει και ψυχή, πράγμα το οποίον δεν φαίνεται να συμβαίνει; Να μιλούσαμε επίσης για μια συντεταγμένη και σαφώς ευδιάκριτη (άρα και η σημασία της ευδιάκριτη) κίνηση της ανωνυμίας μέσα στην ανωνυμία, να μιλούσαμε δηλαδή για την απόδειξη του αναπόδεικτου μέσα από την αγωνία των ανθρώπων; Να μιλούσαμε για τον παφλασμό της σιωπής μέσα στην άγρια κίνηση του δρόμου, εκείνο τον παφλασμό μιας ματαιωμένης επανάστασης που δεν ξεκίνησε ποτέ διότι το πένθος ήταν μεγαλύτερο από την ανάγκη της; Να μιλούσαμε. Και να σιωπούσαμε επίσης. Και να βλέπαμε το ξαφνικό να αναδύεται, να αναμένει, να αναμέλπει και να αναμέλπεται, να έρχεται τρέχοντας να στέκεται χαμογελώντας όπως ο χρησμός του Ηνίοχου στο Μαντείο των Δελφών κι ύστερα πάλι βιαστικά να εξατμίζεται χωρίς κραυγή αλλά όπως μαχαιριά, στο ασήμι του πεζοδρομίου, στο ασήμι μια παλαιότατης βροχής που κι αυτή δεν ήξερε τον εαυτό της.

Αν ήμουν χορογράφος θα μελετούσα τις κινήσεις τους. Αν ήμουν χορευτής θα ακολουθούσα τα βήματά τους μέχρι να τα μάθω. Αν ήμουν ενδυματολόγος θα κρατούσα το κάθε στοιχείο και στοιχειό της ένδυσής τους και προπαντός εκείνους τους μεγάλους λευκούς μπόγους που τους φορτώνονται στην πλάτη και τρέχουν όταν τους κυνηγάει -όποτε της καπνίσει- η αστυνομία λες και τους κυνηγάει το μεγάλο ανήμερο θηρίο του εφιάλτη τους. Αν ήμουν γλύπτης θα μελετούσα την ακινησία τους στις παρόδους και στους παράδρομους των κεντρικών δρόμων, μια ακινησία κλασικής ποιότητας που μόνο η απόγνωση και η απελπισία προκαλούν: μια ακινησία Ερμή, φτιαγμένη από τον Πραξιτέλη, δηλαδή ακαριαία ακινησία~ ακινησία που αφουγκράζεται τον κίνδυνο: Έχουν ήδη κυνηγηθεί. Για αιώνες. Για χρόνια. Για εποχές. Για μήνες. Για ώρες. Για λεπτά. Για δευτερόλεπτα. Αυτό το δευτερόλεπτο. Τώρα. Δεν υπάρχει αργότερα. Τώρα. Μόνο τώρα. Ένα δευτερόλεπτο ή το κλάσμα του πριν ο σκληρός αφέτης δώσει και πάλι το σύνθημα του κυνηγιού. Κι όμως τώρα, ελάχιστα πριν, ο θίασος των κυνηγημένων ξεκουράζεται. Θα κινηθεί ακαρεί. Όμως τώρα ξεκουράζεται και σκέπτεται ο θίασος της απελπισίας και της απόγνωσης, ακαρεί. Ένας ανώνυμος πόλεμος με τους πολεμιστές του γεμάτους από πολεμοφόδια. Ξέρουν ότι ο εχθρός είναι ταπεινός. Ξέρουν ότι θα νικήσουν. Αλλά με νόημα της νίκης εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι ο ταπεινός εχθρός τους δίνει στη νίκη.

Μιμήσεις πολυτελούς ψευδότητας. Μιμήσεις άγνοιας. Ήθος της απογνώσεως. Ρήμα πάντοτε στον ενεστώτα, αφού κι η κάθε παράσταση στον ενεστώτα συμβαίνει. Τα υπόλοιπα του παρελθόντος και του μέλλοντος, απλώς να διηγείται. Γι' αυτή την παράσταση μιλώ. Που αν ήμουνα ο σκηνογράφος της θα έπρεπε να ξαναβαπτισθώ στο χάος ώσπου να μπορέσω να ξαναβρώ το μέγεθος της πόλης ώστε να ξαναβρώ το μέγεθος των ανθρώπων της. Και στο μεταξύ ο θίασος κινείται. Συντεταγμένος πάντοτε. Όλοι μαζί. Χορός. Στο πιο αμίλητο τραγούδι που άκουσα ποτέ. Στην πιο παγκόσμια γλώσσα: εκείνη της ανεπίδοτης ανθρωπιάς που γίνεται γάγγραινα και πάει την εξέγερση είτε από την υποταγή στο έγκλημα, είτε από το πουθενά στο τίποτα. Σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις -κι αυτό για λίγο- σε άνθη της Κρονστάνδης και της Καρχηδόνας. Απλά μαθηματικά της ύπαρξης είναι αυτά. Μουσικές αγαλμάτων, σημαίες του χαμόγελου μιας Αφροδίτης που έμειναν χρόνια στον βυθό κι απέκτησε τη σημασία της.

Ένα πένθος χορού είναι αυτοί οι άνθρωποι στο κέντρο της Αθήνας. Γιατί χορεύουνε τα μαθηματικά τους με μια μουσική που μόνο οι ίδιοι ακούνε. Αυτοί και κάτι παραπεταμένοι και ασήμαντοι (ανώνυμοι) της εργασίας που οι άλλοι τους περιφρονούν. Ένα απόβραδο -δεν πάει πολύς καιρός- ένα περιφρονημένο, βρεγμένο, τυχαίο, ανεμάρτιστο φαινομενικά απόβραδο του Νοεμβρίου, ένα καυτό απόβραδο, έχει σταματήσει μέσα στην Ερμού αυτοκίνητο της Δημοτικής Αστυνομίας, ο δρόμος κενός, έχει κατέβει ο μπάτσος της δημοτικής αστυνομίας και ουρλιάζει προς τον θίασο εκείνου του απόβραδου: Τώωωωρα τα πήραααα, τώωωρα τα πήρααα θα σας αυτό... θα σας εκείνο.... Κι εκείνοι γελώντας καμώνονται πως τρέχουν, βράδυ, οι άσπροι μπόγοι, πλάτες, καθημαγμένη πολυτέλεια, θίασος χορευτών που δεν θα πάρει μέρος σε καμιά τελετή έναρξης Ολυμπιάδας. Η κίνησίς του δεν θα αναλυθεί αισθητικώς. Κι όμως. Αυτός ο μπάτσος που ερμήνευε την χάριν... Αυτά τα χαμόγελα. Το τρέξιμο. Το άφημα. Τα λεπτά μαύρα δάκτυλα στο λευκό πανί μιας ανεκλάλητης αποκαθηλώσεως του κόσμου. Αυτά όλα. Ο χορός. Αυτή η τελετή της εξαγνίσεως. Τρέχει αίμα. Λάλον ύδωρ. Πίνουνε οι χορευτές της απογνώσεως και της απελπισίας και χορεύουνε τα μαθηματικά της μουσικής τους σιωπής. Συμβαίνει. Κάθε μέρα. Δεν θα το βρείτε στο Διαδίκτυο. Γιατί όπως λέει και ο φίλος μου ο μαθηματικός (εκ των κορυφαίων διεθνώς) Δημήτρης Θηλυκός, "μεγάλα μαθηματικά χωρίς απόγνωση και χωρίς απελπισία, δεν γίνονται". Και δεν ξέρω πως, αλλά αυτή του η φράση μου ταίριαζε με μια φράση - τίτλο του Νίκου Καρούζου καθώς έβλεπε τον ακίνητο θίασο των μαύρων πωλητών να αναμένει τον αφέντη, με τους άσπρους μπόγους έτοιμους στην οδό Βουκουρεστίου: "Λογική μεγάλου σχήματος".

Κώστας Καναβούρης

16 Νοεμβρίου 2007

Η ελευθερία των εξεγερμένων

"Σε αστυνομικό κλοιό με 7500 αστυνομικούς, 11
εισαγγελείς και τις πρυτανικές αρχές επί ποδός
πολέμου θα βρίσκεται το Σάββατο η πρωτεύουσα για τον
εορτασμό του Πολυτεχνείου …" (ΤΑ ΝΕΑ, Τρίτη, 13/11/2007)

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, μια παρόμοια είδηση παίρνει τη θέση της στον Τύπο. Η«είδηση» είναι, πια, τόσο συνηθισμένη που δεν αποτελεί είδηση. Ωστόσο, από μια ψυχαναλυτική, τρόπον τινά, θεώρηση της κοινωνίας μας είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είδηση: Γιατί σε «αστυνομικό κλοιό»; Προς τι τα δρακόντεια μέτρα; Γιατί χρειάζεται περιφρούρηση η στοιχειώδης πολιτική ελευθερία μερικών χιλιάδων πολιτών που θεωρούν (ακόμα!) ως υποχρέωσή τους τη συμμετοχή στις εκδηλώσεις μνήμης του Πολυτεχνείου; Πόσο ελεύθερη είναι μια πολιτική ελευθερία που χρειάζεται, αστυνομική περιφρούρηση; Ποιά είναι η ποιότητα της πολιτικής ελευθερίας που βιώνουμε σήμερα σε σχέση με την ελευθερία που διεκδικούσαμε τότε, στο Πολυτεχνείο;

Όσοι έζησαν από μέσα την εξέγερση του Πολυτεχνείου μόνο γνωρίζουν ότι η ελευθερία που διεκδικούσαν ήταν μια ελευθερία δίχως όρια! Στην ουσία, τα «παιδιά του Πολυτεχνείου» γνώριζαν ότι η ελευθερία που διεκδικούσαν δεν υπήρχε πουθενά, παρά μόνο εντός του Πολυτεχνείου! Ήταν η ελευθερία που βίωναν, από στιγμή σε στιγμή, από ώρα σε ώρα, από μέρα σε νύχτα και από νύχτα σε μέρα, τα λίγα εικοσιτετράωρα που κράτησε η εξέγερσή τους: ήταν η ελευθερία της εξέγερσης! Η ελευθερία του εξεγερμένου!..

Κατά τα λοιπά, συνειδητά ή υποσυνείδητα, τα «παιδιά του Πολυτεχνείου», όπως και όλα τα παιδιά που εξεγείρονται διεκδικώντας ελευθερία, γνωρίζουν ότι δεν είναι κανείς, δεν μπορεί πια κανείς να είναι, σκέτα ελεύθερος. Είναι ελεύθερος από… Ελεύθερος από κάτι. Ελεύθερος από κάτι, από κάποια, απ' όλα εκείνα τα χιλιάδες καταναγκαστικά που συναντά ο άνθρωπος από τη στιγμή που γεννιέται και καλείται να ζήσει.
Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος γεννιέται σε συνθήκες δουλείας και καλείται από τη στιγμή της γέννησής του να επιδίδεται σε διαδοχικές «εξεγέρσεις», προκειμένου να νοιώσει ελεύθερος από κάτι και από κάτι άλλο, κι από κάτι άλλο ...

Στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, η ελευθερία ήταν και είναι μια παραδρομή της εξουσίας. Εκεί όπου υπάρχει, υπάρχει χάρη σε ένα κενό εξουσίας. Εν τέλει, στις μέρες μας, η πολιτική ελευθερία είναι μια μακρά, συγκινητική μεν, άτυχη δε περιπέτεια, που συντελεί στη διαμόρφωση καταναλωτών και μακάριων θεατών της τηλεόρασης. Πολίτες που τους διαμορφώνουν τα μονοπώλια της πληροφορίας και οι νόμοι της «ανάπτυξης». Σε ορισμένους απ' αυτούς η πραγματική ελευθερία φυτοζωεί στην κατάσταση της νοσταλγίας. Σε άλλους υπάρχει σαν είδος ενός τρελού σχεδίου, που το υπερασπίζονται άγρια ενάντια στην πραγματικότητα.
Νίκος Τσαγκρής

13 Νοεμβρίου 2007

"Θυμίζει μυστικές στοές"...

Την αίθουσα της Βουλής την έχουµε όλοι δει στην τηλεόραση. Αλλά αυτοί που έχουν δικαίωµα να καθίσουν στα έδρανα είναι µόνο βουλευτές. Και η οπτική γωνία αλλάζει. Βρίσκεσαι σε ένα χώρο που έχεις µάθει να παρατηρείς απ’ έξω, και τώρα µε τα παιχνίδια των καιρών γίνεσαι κι εσύ µέρος του ντεκόρ. Αυτό που εντυπωσιάζει ένα νέο βουλευτή είναι µια βαριά τελετουργία που θυµίζει µυστικές στοές, που δεν έχει κανένα πολιτικό περιεχόµενο.

Στη Βουλή η πολιτική κρύβεται πίσω από ένα ψευδεπίγραφο πολιτικό λόγο που θέλει να είναι ναρκισσιστικός. Κάθε βουλευτής ή βουλευτίνα, ακόµα και από τα κόµµατα της Αριστεράς, θέλει να γοητεύσει. Ο κυβερνητικός λόγος θα είναι σοβαροφανής, επιτιδευµένος, τονισµένος µε ένα ποζάτο κύρος. Η µείζων Αντιπολίτευση θα είναι πάντα µια µίµηση της κυβέρνησης και θα διαφοροποιείται από µια γενικόλογη καταγγελία. Είναι µια αντικυβέρνηση στη θέση της κυβέρνησης.

Το ΚΚΕ δεν µπορεί να εκφέρει πολιτικό λόγο για τον απλούστατο λόγο πως δεν θέλει ή δεν µπορεί να κάνει πολιτική. Είναι λόγος αυτοδιαφηµιστικός, είναι το µόνο και µοναδικό πολιτικό προϊόν που µπορεί να εγγυηθεί µε συνέπεια ένα κάποιο µακρινό και ευτυχές αύριο, µε την προϋπόθεση πάντα ενός ισχυρού ΚΚΕ, που θα είναι και η αποκλειστική φωνή του λαού. Κιά του µετατρέπεται σε µαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, πράγµα που της δίνει ένα παράξενο µονοθεϊσµό. «Ένα είναι το κόµµα, όπως ένας είναι και ο Θεός».

Η παρουσία του ΛΑΟΣ στη Βουλή δεν επέφερε έναν πλουραλισµό στη Βουλή, όπως υποστήριξαν κάποιοι δηµοσιογράφοι, αλλά αποσαφήνισε µια βαθειά Δεξιά που εµπνέεται από τον Μεταξά και τη Χούντα, µε κάποια επικάλυψη Ζαχαριάδη και άλλα ηχηρά και αρεστά παρόµοια, φέρνοντας την πολιτική στους Βαλκανικούς Πολέµους, τότε που η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας ήταν ο πόλεµος, µε κορύφωση αυτής της πολιτικής τη Μικρασιατική Καταστροφή. Και έπρεπε να φθάσουµε σε αυτή την τραγωδία του Ελληνισµού για να καταλάβουµε πως ο πόλεµος δεν είναι εξωτερική πολιτική. Και ξέρουµε πως ο κάθε εθνικισµός έχει µέσα του τον µιλιταρισµό. Και είναι αυτό που θέλει να κρύψει το ΛΑΟΣ µε ένα λαϊκισµό που δεν έχει συνοχή και κινείται µε άλογα στοιχεία.

Μένει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ: για λόγους δεοντολογίας δεν µπορώ να µιλήσω, παρά µόνο προσωπικά. Βρίσκω την κοινοβουλευτική του οµάδα εξαίρετη, πολιτισµένη, µε συνεκτικό πολιτικό λόγο. Και αυτό σηµαίνει πως µπορεί και επιλύει τα προβλήµατα που ανακύπτουν. Δεν νοµίζω πως τα προβλήµατα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ. Είναι στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, που από τις «συνιστώσες» πρέπει να περάσει σε έναν ενιαίο οργανισµό, από το «εγώ» της οργάνωσης να περάσουµε στο «εµείς» των κινηµάτων. *Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Α΄ Αθηνών

Περικλής Κοροβέσης, Βουλευτής Α' Αθήνας

9 Νοεμβρίου 2007

Η ομολογία που πήγε στράφι

Αν το πολιτικό σύστημα λειτουργούσε ως σύστημα παραγωγής και εφαρμογής πολιτικών και ιδεολογικών αξιών και όχι ως σύστημα νομής της κυβερνητικής εξουσίας, ίσως αποκτούσε αξία η ομολογία του Γιώργου Παπανδρέου στην Εθνική Συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ. Η παραδοχή «κυβερνούσαμε με πλαστή σοσιαλιστική ταυτότητα». Και η γενικότερη, εν τέλει, παραδοχή ότι το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ δυσφήμισε τον σοσιαλισμό και την Αριστερά.
Σε μια υγιή πολιτική πραγματικότητα η ομολογία αυτή (από τον πρόεδρο του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, που είναι και Πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς) θα έπαιρνε την μορφή καταλυτικής μαρτυρίας για τα αίτια της παρακμής και της ήττας, όχι μόνο του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας εν γένει, που ολοκληρώθηκε με την πτώση του… τελευταίου των εκσυγχρονιστών, Τόνι Μπλερ. Μπορεί και τη μορφή μιας διδακτικής αναδρομής…


«Είμαστε η υπεύθυνη αριστερά, η αριστερά που προσπαθεί να κάνει τα ιδανικά της πράξη», επέμενε λίγο πριν την πρωθυπουργική εκπνοή του ο Κώστας Σημίτης, ως ο αίρων… τις αμαρτίες του δικού του κυβερνητικού κόσμου, αλλά και των κυβερνήσεων Μπλερ και Σρέντερ. Και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας εν γένει: «Είμαστε η υπεύθυνη αριστερά»! Καμιά αντίρρηση εάν δεχτούμε ότι αριστερή υπευθυνότητα είναι η τέχνη της πολιτικής προσαρμογής. Έτσι ναι, μπορούμε να δεχτούμε ως αριστερή υπευθυνότητα την προσαρμογή των κυβερνητικών επιλογών των Μπλερ - Σρέντερ - Σημίτη, στο νεοφιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον. Συνεχίζοντας τις στρεβλώσεις, πρέπει να δεχτούμε ότι υπεύθυνη αριστερά είναι η αριστερά που προσαρμόζεται τέλεια στις, όποιες, δοσμένες πολιτικοοικονομικές συνθήκες, προκειμένου να επιβιώσει κυβερνητικά. Να δεχτούμε, δηλαδή ότι ο οπορτουνισμός είναι το Α και το Ω μιας υπεύθυνης Αριστεράς. Και να δεχτούμε ότι η κυβερνητική «αριστερά» των Μπλερ - Σρέντερ – Σημίτη, και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία εν γένει, υπήρξε η «υπεύθυνη ευρωπαϊκή Αριστερά», επειδή επέδειξε αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα, μεταλλασσόμενη κατά συνθήκη, ακόμα και σε νεοφιλελεύθερη δεξιά, προκειμένου να επιβιώσει κυβερνητικά στο δεσπόζον διεθνές περιβάλλον του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού!

Αρκεί. Έχουμε ήδη το πλέον εύγλωττο σχόλιο για την αριστερή υπευθυνότητα ή τα εκσυγχρονιστικά ψεύδη. Διαλέξτε και πάρτε. Ο νυν και όπως φαίνεται …αεί πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και της Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γιώργος Παπανδρέου διάλεξε: «Κυβερνούσαμε με πλαστή σοσιαλιστική ταυτότητα» και, «Δυσφημίσαμε τη σοσιαλδημοκρατία»… Αν το ΠΑΣΟΚ λειτουργούσε ως σύστημα παραγωγής και εφαρμογής πολιτικών και ιδεολογικών αξιών, και όχι ως σύστημα νομής της κυβερνητικής εξουσίας, η ομολογία αυτή θα το συγκλόνιζε. Και θα αποκτούσε, ίσως, κάποια διδακτική ή και αναγεννητική, για το πολιτικό παρόν και μέλλον του, αξία. Κάτι αντίστοιχο, άλλωστε, θα συνέβαινε και στο…όλον πολιτικό σύστημα. Όμως σιωπή! Πολιτική σιωπή! Η ομολογία του Γιώργου πήγε στράφι…

Νίκος Τσαγκρής

5 Νοεμβρίου 2007

Υπερβολική Χρήση Καρατζαφέρη!

Είναι καιρός να τα πούμε για αυτή την -πολιτικά επικίνδυνη- ελαφρότητα με την οποία , το τελευταίο διάστημα, περιβάλλεται ο Γιώργος Καρατζαφέρης και το κόμμα του, ο ΛΑ.Ο.Σ. Απροκάλυπτα, μιλάμε για ένα επικίνδυνο σπορ των καιρών, που εδώ θα το ονομάσουμε «υπερβολική χρήση Καρατζαφέρη». Από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά περισσότερο από το ΠΑΣΟΚ και ακόμα περισσότερο από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Μιλάμε, εντέλει, για το οφθαλμοφανές γεγονός ότι (και πριν και μετά τις εκλογές) και τα τρία αυτά κόμματα πολλάκις χρησιμοποίησαν ή αποπειράθηκαν να χρησιμοποιήσουν - και ακόμα χρησιμοποιούν- τον Καρατζαφέρη και το κόμμα του ως απειλή ή ως φόβητρο για το πολιτικό σύστημα, για το κοινοβούλιο, για τη Δημοκρατία: ως αίτιο και ως αιτιατό προκειμένου να επιτύχουν ψηφοθηρικούς εκβιασμούς και να στήσουν επικοινωνιακού χαρακτήρα ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα.

Το ίδιο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, σε όλο αυτό το διάστημα, ο τηλεοπτικός χρόνος τον οποίο απολαμβάνει ο Καρατζαφέρης και τα πρωτοπαλίκαρά του (κυρίως από κανάλια, η πολιτική σπέκουλα των οποίων είναι μια εκλεκτή… υπαρξιακή τροφή) είναι, ποσοτικά και ποιοτικά, πολλαπλάσιος απ’ αυτόν που διατίθεται στην Παπαρήγα, στον Αλαβάνο και στο σύνολο των στελεχών του ΚΚΕ και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α μαζί.


Σε μια ισόρροπη, υγιή και αξιοκρατική πολιτική πραγματικότητα, ο Καρατζαφέρης δεν θα ήταν παρά αυτό που πραγματικά είναι: μια αμελητέα πολιτική ποσότητα। Κι ακόμα παρακάτω: μια αμελητέα εξωκοινοβουλευτική πολιτική ποσότητα. Σ’ αυτήν την πραγματικότητα, ο Καρατζαφέρης θα παρέμενε ο γραφικός κύριος «Χέρι-χέρι με τον Καρατζαφέρη», ένα από τα πολλά λούμπεν στοιχεία που εξέθρεψε η Ν.Δ. στα πέτρινα χρόνια της: ένας αριβίστας της ζωής (που πούλαγε ακόμα και γυμνές φωτογραφίες της Μιμής για να επιβιώσει), ο οποίος μετεξελίχθηκε σε έναν αριβίστα της πολιτικής, που πουλάει εθνικιστικά φύκια για πατριωτικές κορδέλες.

Ωστόσο, στην πολιτικά ισοπεδωμένη και ιδεολογικά απονευρωμένη προεκλογική πραγματικότητα, η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ανακάλυψαν επιτέλους έναν… επικίνδυνο αντίπαλο: τον «ακραίο», τον «εθνικιστή» τον «ξενοφοβικό» Καρατζαφέρη και το… «επικίνδυνο» κόμμα του! Ό, τι πρέπει για ψηφοθηρική σπέκουλα Και, με την επικούρηση των media άρχισαν την «υπερβολική χρήση Καρατζαφέρη». Προσφέροντας απλόχερα την υπόσταση του θεσμικού πολιτικού ηγέτη στον Καρατζαφέρη και έναν εικονικό γιγαντισμό στον ΛΑ.Ο.Σ.

Στην πραγματικότητα και ο μετεκλογικός ΛΑ.Ο.Σ παραμένει μια αμελητέα πολιτική ποσότητα που συντίθεται κατά το ένα τρίτο από δυσαρεστημένους πασόκους και νεοδημοκράτες και, κατά τα υπόλοιπα δυο τρίτα, από αντιαμερικανούς «εθνιστές» (όχι εθνικιστές) και άλλους πολιτικά συγχυσμένους πατριώτες. Όμως η «υπερβολική χρήση Καρατζαφέρη» συνεχίζεται και μετεκλογικά. Ειδικά από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, που αντιμετωπίζει τον ΛΑ.Ο.Σ λες και είναι ο μεγάλος του κομματικός αντίπαλος. Ή μια κυβερνητικής διάστασης εθνικιστική απειλή! Καλά, ντιπ μυαλό σύντροφοι;
Νίκος Τσαγκρής

30 Οκτωβρίου 2007

Από το μέτρον στο μέτριον...

Μες στον διάχυτο πρωινό εκνευρισμό της πόλης (μέγα μέρος του οποίου εκδηλώνεται για μια χούφτα... παρκάρισμα ή για δυο δάχτυλα προτεραιότητα...), η δροσιά της λαϊκής αγοράς. Ορεξη να 'χεις ν' ακούς και μυαλό ν' απομνημονεύεις κουβέντες, που πηγάζουν απ' αυτά τα αδιάκοπα «εκτροφεία» και «αναψυκτήρια» της γλώσσας μας, που μπορεί να μας ρίχνουν στις τιμές, όμως μας μαθαίνουν γράμματα ζωντανά και μας δείχνουν (αυτό δυστυχώς δεν μαθαίνεται...) τι θα πει πλάκα, καλαμπούρι, αλλά και πιο εκλεπτυσμένο σκώμμα: χιούμορ...

Ο μανάβης, νεαρός, ευδιάθετος, σπιρτόζος, διαλαλεί τη φτήνια -υπαρκτή είτε υποτιθέμενη...- του προϊόντος που πουλάει: «Μέτρον άριστον!» Ο πελάτης, σεβάσμιος, περιποιημένος, περιωπής φιλολογικής, χαμηλόφωνα: «Οχι "παν μέτρον"...» Ο μανάβης, πάντα ευδιάθετος, αλλά με προσποιητή ευθιξία -δικαίως, εδώ που τα λέμε- τονίζοντας τις λέξεις: «Είπα εγώ "παν";» Η ευθυμία μου απογειώθηκε. Πού να φανταστείς ότι συνηθέστατο σφάλμα κατά τη νεοελληνική απόδοση του -δημοφιλέστερου ίσως- αρχαίου γνωμικού, που το κάνουμε οι περισσότεροι, δεν το κάνει νεαρός μανάβης λαϊκής αγοράς, του οποίου -έχω παρατηρήσει- αιχμηροί υπαινιγμοί για αρχάριες, δεν φαίνεται να... παρενοχλούν... διατηρητέες της μεσαίας -ηλικιακής- τάξεως...

Φαίνεται ότι στις αγορές κάτι ανθρώπινο, κάτι ζεστό και οικείο σαλεύει ακόμα· δεν το 'χει πάρει κι αυτό -όπως τόσα άλλα- ο διάολος. Υπάρχει μαγιά στην ανθρώπινη επαφή, όταν δεν την παγιδεύουν η πονηριά, η απάτη και η ύπουλη... συμπάθεια. Τώρα, αν τα ψωμιά βγαίνουν -και βγαίνουν συχνά- μπατάλικα, είναι γιατί, σιγά σιγά, πέσαμε από το μέτρον στο... μέτριον άριστον, επειδή, με τον καιρό, σηκώσανε κεφάλι και μας διαφεντεύουν οι (επίχρυσες) μετριότητες...

Πέτρος Μανταίος

27 Οκτωβρίου 2007

Διάσπαση σε ζωντανή σύνδεση!


Είχα την τύχη (ή την ατυχία;) να παρακολουθήσω… live, όπως το λέμε τώρα, τη διάσπαση του ΚΚΕ. Ήταν μια χειμωνιάτικη νύχτα του ’68 στις φυλακές της Αίγινας, στην αχτίνα των πολιτικών κρατουμένων. Στον «θάλαμο των στελεχών», όπως τον λέγαμε, επειδή φιλοξενούσε τα υψηλότερα, μεταξύ όλων των κρατουμένων, στελέχη της ΕΔΑ και του ΚΚΕ.
Πώς βρέθηκα εκεί; Με είχαν περιμαζέψει τα γερόντια (έτσι αποκαλούσαμε τότε τα κομματικά στελέχη) ανάμεσα από τους δεκάδες νεολαίους κρατούμενους (που ήσαν έγκλειστοι σε πλαϊνή αχτίνα), για λόγους που ουδέποτε κατάφερα να διευκρινίσω. Ίσως επειδή ήμουν ο μικρότερος κρατούμενος (για κάτι μήνες γλύτωσα τις φυλακές ανηλίκων), ίσως επειδή με έβλεπαν ως… εύελπι κομμουνιστή. Το γεγονός είναι ότι βρέθηκα στον «θάλαμο των στελεχών». Να με φροντίζουν τα «γερόντια» σαν παιδί τους.

Λοιπόν, εκείνη τη νύχτα του Φλεβάρη οι «γέροντες» ήσαν εξαιρετικά ανήσυχοι. Η ώρα ήταν περασμένη, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν. Με τα πολλά, τους είδα να σηκώνονται ένας-ένας, με τις πιζάμες, και να μαζεύονται κολλητά σε έναν τοίχο, ντυμένο με μια πολύχρωμη πάντα. Ένας απ’ αυτούς, ανασήκωσε την πάντα και αποκάλυψε ένα τρανζιστοράκι κρυμμένο σε μια εσοχή του τοίχου. Γύρισε το κουμπί, έψαξε για λίγο τις συχνότητες και συντονίστηκε στην «Φωνή της Αλήθειας», τον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό του ΚΚΕ. Και τότε συνέβη αυτό που, στην αρχή, σας είπα: βρέθηκα να παρακολουθώ… live (μαζί με κορυφαία στελέχη του κόμματος, παρακαλώ) τη διάσπαση του ΚΚΕ. Την είδηση της διάσπασης εννοώ, βέβαια, συνοδευόμενη από το αυστηρά κατευθυνόμενο, όπως καταλαβαίνετε, ρεπορτάζ της περίφημης 12ης Ολομέλειας.

Περιττό να σας πω ότι αυτό το ιστορικό «ρεπορτάζ» δεν ήταν παρά ένας λίβελος διάσπαρτος ακραίων πολιτικών ύβρεων (του τύπου «οι προδότες», «οι φραξιονιστές», «οι ρεφορμιστές», «οι αντικομμουνιστές» «οι υπονομευτές»), εκτοξευμένος από τη μισή ηγεσία του ΚΚΕ (το «γραφείο εξωτερικού») κατά της άλλης μισής (του «γραφείου εσωτερικού»)। Ακόμα πιο περιττό, να σας θυμίσω το τείχος της μισαλλοδοξίας που ορθώθηκε μετά τη διάσπαση μεταξύ των πάλαι ποτέ συντρόφων (στη ζωή και στο θάνατο!) του ΚΚΕ «εσωτερικού» και του ΚΚΕ «εξωτερικού». Που, ακόμα και σήμερα, χωρίζει το ΚΚΕ από την ανανεωτική αριστερά.

Στο προκείμενο τώρα: Οι ύβρεις, οι συκοφαντίες, οι ρετσινιές, που εκτοξεύονται αυτές τις μέρες από την πλευρά του Γιώργου (πώς να την πω αλλιώς, παράταξη; πτέρυγα;) κατά της πλευράς του Ευάγγελου και τούμπαλιν, αρχίζουν να… υπερβαίνουν το επίπεδο πολιτικού πολιτισμού (!) που επικρατούσε κατά την διάσπαση του ΚΚΕ। Αλλά, πέραν αυτού, υψώνεται ένα τείχος μισαλλοδοξίας (σαν κι αυτό που χώρισε τους κομμουνιστές μετά τη διάσπαση) που χωρίζει ήδη στα δύο τον πυρήνα των μελών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Δεν λέω τίποτα. Απλά, βλέπω σφαγές…

Νίκος Τσαγκρής

21 Οκτωβρίου 2007

Σε στιλ Χίλαρι Κλίντον

«Έξι νέα όργανα πρότεινε ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Να δούμε τώρα πόσα θα προτείνει ο Γιώργος για να τον ταπώσει…» Είναι ένα σχόλιο που αλίευσα στο διαδίκτυο, ανάμεσα στα εκατοντάδες σχόλια των blogers για το πολιτικό σόου που, εντελώς δωρεάν, προσφέρει η διασπασμένη ηγεσία του μετεκλογικού ΠΑΣΟΚ στις Ελληνίδες και τους Έλληνες.

Το παραθέτω επειδή το θεωρώ αντιπροσωπευτικό δείγμα της πολιτικής ποιότητας που εκπέμπει αυτό το σόου, αυτή η δημόσια αντιπαράθεση (για να το πούμε πιο ευγενικά) των τριών υποψηφίων προέδρων και των εξαπτέρυγών τους: μια πολιτική ποιότητα με περίσσευμα ποσοτικών και έλλειμμα ποιοτικών χαρακτηριστικών। Πιο… σουρεαλιστικά, μια ποιότητα ποσοτική…


Αυτή η εικόνα, αυτή η προβολή πολιτικών ποσοτήτων (και όχι πολιτικών ποιοτήτων) είναι πρωτοφανής για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα. Επειδή δεν περιγράφει (μόνο) κάποια συμπτωματική ποιότητα πολιτικών πραγμάτων, μια παρακμιακή, ας πούμε, κομματική κατάσταση με φθαρμένες ιδέες και πρόσωπα. Αλλά, μια πρωτόγνωρη για την ελληνική κουλτούρα (και για την ευρωπαϊκή, αν εξαιρέσουμε την πρόσφατη διαδικασία εκλογής προέδρου του ιταλικού Δημοκρατικού Κόμματος) πολιτική λειτουργία. Που μεταβάλλει την, παραδοσιακά, εσωκομματική διαδικασία εκλογής προέδρου ενός ευρωπαϊκού κόμματος (εκλογή με πολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια, μέσα από ένα συνέδριο αντιπροσώπων των πιστοποιημένων μελών του κόμματος) σε ένα δημόσιο σόου κατά τα αμερικανικά πρότυπα.

Έτσι, παρακολουθούμε κατάπληκτοι, εμείς οι… παραδοσιακοί, τους τρεις υποψήφιους προέδρους του ΠΑΣΟΚ να συμπεριφέρονται σαν Αμερικανοί γερουσιαστές που διεκδικούν το χρίσμα του δημοκρατικού, να πούμε, κόμματος: να έχουν στήσει προσωπικούς εκλογικούς μηχανισμούς πλήρεις, επαγγελματικούς. Με τους πολιτικούς και επικοινωνιακούς συμβούλους τους, με τις εταιρείες δημοσκοπήσεών τους, με τα όλα τους. Και να παίρνουν σβάρνα τις επαρχιακές περιφέρειες, όπως οι Αμερικανοί γερουσιαστές τις πολιτείες των ΗΠΑ: με την συνοδεία οπαδικών «στρατών», να τα ρίχνουν άγρια ο ένας στον άλλο, σε ταρατατζούμ εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις από πόλη σε πόλη. Τα μόνα που λείπουν είναι οι φιλαρμονικές, οι τσιρ-λίντερς, οι σημαίες με τις φωτογραφίες του Γιώργου, του Ευάγγελου και του Κώστα (γιατί, άραγε, τους βάζουμε όλοι μ’ αυτή τη σειρά;) και αυτές οι τεράστιες κονκάρδες με τον φιόγκο να κρέμεται από κάτω.

Ασφαλώς πολλοί θα μιλήσουν για έξαρση δημοκρατικότητας, για πολιτική εξωστρέφεια, ακόμα και για…άμεση Δημοκρατία. Ένας άλλος μπορεί να ξανααρθρώσει εκείνο το… «συμμετοχική Δημοκρατία». Προσωπικά, μίλησα ήδη για μια παρακμιακή πολιτική κατάσταση που τοποθετεί την πολιτική ποσότητα στη θέση της παραδοσιακής ευρωπαϊκής πολιτικής ποιότητας: ένα σόου στη θέση μιας πολιτικής διαδικασίας. Σαν τα σόου που γεννούν πρόεδρους και πολιτικές τύπου Νίξον και Κάρτερ και Ρέιγκαν και Μπους.

Νίκος Τσαγκρής

16 Οκτωβρίου 2007

Η αυτοκριτική του Γιώργου

Να λοιπόν που η περίφημη αυτοκριτική του Γιώργου Παπανδρέου έγινε! Κατόπιν εορτής αλλά, έγινε! Και, απ’ ότι φάνηκε και στα γκάλοπ, έπιασε τόπο: τώρα, για ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ (και όχι μόνον αυτών) ο Γιώργος υπήρξε εξιλαστήριο θύμα του Σημιτικού εκσυγχρονισμού και, δέχτηκε το δαχτυλίδι του μαρτυρίου (!) θυσιαζόμενος υπέρ κομματικών βωμών και εστιών! Για να αποδειχτεί κάτι που, εδώ και χρόνια, έχω γράψει: η αυτοκριτική των πολιτικών μοιάζει με την εξομολόγηση στη Θρησκεία. Όπως η εξομολόγηση εξασφαλίζει την παραμονή του θρησκευόμενου στους κόλπους της Εκκλησίας, έτσι και η αυτοκριτική εξασφαλίζει την παραμονή του πολιτικού στους κόλπους της πολιτικής...

Αρκεί όμως η αυτοκριτική για να εξασφαλίσει την παραμονή του Γιώργου, όχι απλώς στους κόλπους της πολιτικής αλλά, στους κόλπους της προεδρίας του ΠΑΣΟΚ; Ελπίζω όχι. Γενικότερα, ένας πολιτικός ηγέτης, ένα καθεστώς, δεν μπορούν να «κλείνουν» τους λογαριασμούς τους με μια αυτοκριτική. Δεν πάνε έτσι μπροστά, σε περίπτωση δυστυχίας. Μεταφέρουν τη δυστυχία τους στον μαυροπίνακα. Δεν συντελούν στο να προληφθεί κανένα κατοπινό ατύχημα. Γιατί; Διότι, όπως και η κακολογία, έτσι και η αυτοκριτική θρέφεται από το παρελθόν και, προπαντός, δεν της γυρεύει κανείς να περιγράψει το μέλλον…

Νίκος Τσαγκρής

10 Οκτωβρίου 2007

Ο αξεθώριαστος επαναστάτης


Ξυριζόσουν στους «λουτήρες» (ένα υπόστεγο μπαζανέμι ελεεινό και τρισάθλιο) του παραρτήματος των φυλακών Αβέρωφ. Μπήκε και σε πλησίασε, βαρύς και κάτωχρος, ο Ανέστης Σουβατζόγλου, φίλος γκαρδιακός από τους Λαμπράκηδες. «Τι συμβαίνει;», ρώτησες ανήσυχος. «Δεν το πιστεύω...», προλόγισε και συνέχισε: «Είπαν στις ειδήσεις ότι φάγανε τον Τσε. Αλλά σίγουρα είναι αμερικάνικη προπαγάνδα!» -10 Οκτωβρίου 1967...

Τέσσερα χρόνια μετά, χειμώνας του '71, νιόπαντρος σε δυαράκι του Παγκρατίου, εισέβαλαν, περασμένα μεσάνυχτα και τσακιρωμένοι, οι άλλοι δύο της αξεχώριστης τριάδας, ο Αλέκος Αργυροκαστρίτης και ο Αντώνης Ταβάνης- μονίμως παρόντες πια στο ανθεστήριο της μνήμης. Είχαν μαζί τους -πιο σωστά, έσερναν...- έναν προπολεμικό ρεμπέτη, τον Βασίλη Ξενάκη, ταπωμένο ίσαμε τα μπατζάκια του τριμμένου παντελονιού του. Κουβαλούσε ένα αρχαίο τρίχορδο που το έφερνε γύρα -ζητιανόξυλο- στα κουτούκια των Αμπελοκήπων και το έγδερνε βγάζοντας μια περίληψη -δεν χρειαζόταν περισσότερο- από τραγούδι και χαρτζιλίκι. «Τι ωραίος Χριστός είν' αυτός, ρε μόρτες!», αναφώνησε, μόλις κάθησε και αντίκρισε στον τοίχο το πορτραίτο του νεκρού Τσε, όπως το είχε ανατυπώσει και μεγεθύνει στο φωτογραφείο του ο Αλέκος. Σκηνή αξεθώριαστη: να φεύγουν οι τρεις ξημερώματα, με τον Ξενάκη στη μέση να βαστά στη μία μασχάλη το μπουζούκι και στην άλλη, το πορτραίτο του Τσε...

Ετσι τους θέλαμε τότε -τους φυλάμε ακόμα- τους επαναστάτες: αδιάψευστους, ονειρώδεις, αξεθώριαστους, να παίρνουν κάτι από το φόβο, τη δειλία μας και να το κάνουν θάρρος, γενναιότητα. Σε μια στιγμή κρίνονται όλα: εκεί που ελκόμενος από μαγνήτες ανεξιχνίαστους -δεν μπορείς, σκύβεις και λες «ναι» ή που μπορείς, ορθώνεσαι και λες «όχι»- 9 Οκτωβρίου 1967-2007...

Πέτρος Μανταίος

6 Οκτωβρίου 2007

Κοροιδεύουν την κοινωνία

«Ποιος είναι ο καταλληλότερος ηγέτης για το ΠΑΣΟΚ;» Το ερώτημα που, μετά τις εκλογές, απασχολεί καθημερινά το ελληνικό πολιτικό σύμπαν είναι ένα ερώτημα περιττό, αφού από την πλειονότητα των μελών και ψηφοφόρων του κόμματος έχει απαντηθεί: καταλληλότερος ηγέτης για το ΠΑΣΟΚ θα ήταν ο «αριστερότερος», αυτός που θα ταίριαζε περισσότερο στο ΣΟ (σοσιαλιστικό) του ΠΑΣΟΚ.

Αλλά το ΠΑΣΟΚ, εδώ και πολλά χρόνια, δεν ενδιαφέρεται να είναι σοσιαλιστικό. Πρώτα απ’ όλα, είναι κόμμα εξουσίας και αυτή η προτεραιότητα περιορίζει τα όρια της πολιτικής και ιδεολογικής αυτονομίας του. Και καθορίζει τα βασικά χαρακτηριστικά του. Την πολιτική φυσιογνωμία του, τις πολιτικές επιλογές και το κυβερνητικό του πρόγραμμα, το προφίλ του ηγέτη. Που πρέπει να είναι συμβατά με το – νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα– ευρωπαϊκό και διεθνές, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, προκειμένου να διατηρείται ανοιχτή η πρόσβαση στην κυβερνητική εξουσία.

Από την εποχή του Σημίτη και εντεύθεν, αυτή η ανάγκη εγκλωβίζει το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ και την ηγεσία του σε μια εκούσια κεντροδεξιά πολιτική «ομηρία», που συνιστά απαγορευτική κάθε αριστερή στροφή. Αυτή την «ομηρία», εθελουσίως υφίστανται (προκειμένου να κυβερνήσουν) τα περισσότερα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Και βέβαια, οι τρεις μνηστήρες της προεδρίας και φερέλπιδες πρωθυπουργοί, ο Γιώργος, ο Ευάγγελος και ο Κώστας. Οι οποίοι κοροϊδεύουν την κοινωνία του ΠΑΣΟΚ και την κοινωνία εν γένει, όταν επαγγέλλονται (και οι τρεις το κάνουν) αριστερή στροφή.

Ε, λοιπόν, καταλληλότερος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι όποιος… το κάνει λιγότερο. Όποιος, δηλαδή, παίζει λιγότερο τον αριστερό. Μόνο και μόνο, επειδή κοροϊδεύει λιγότερο την κοινωνία του ΠΑΣΟΚ. Και την κοινωνία εν γένει.
Νίκος Τσαγκρής

28 Σεπτεμβρίου 2007

Φοριέται πολύ η Αριστερά!..


Να που η αριστερά ήρθε πάλι στη μόδα. Ας είναι καλά το… όλον ηττημένο ΠΑΣΟΚ πού την ξαναθυμήθηκε. Όπως θυμούνται οι γριπιασμένοι την ασπιρίνη: να ρίξουν τον πυρετό της ήττας.

Ακριβώς. Μόνο και μόνο για να ξορκίσουν τον πυρετό της ήττας, ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, εισάγουν και πάλι στο ρητορικό τους ρεπερτόριο τη λέξη «αριστερά», αυτή την πασοκοφτυσμένη, τα τελευταία χρόνια, λέξη. Μα πάλι, σαν κενή λέξη την εισάγουν. Και όχι ως έννοια που υποδηλώνει την ανταγωνιστική της δεξιάς κοινωνική δύναμη που περιλαμβάνει όλους εκείνους που είναι αντίθετοι στην κατεστημένη τάξη και θέλουν να την ανατρέψουν και να την αντικαταστήσουν με μιαν άλλη, επειδή υποφέρουν απ’ αυτή.

Εντάξει, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ο Γιώργος υποφέρει. Όμως, επειδή έχασε μιαν ακόμα ευκαιρία να διαχειριστεί την κατεστημένη τάξη και όχι επειδή θέλησε να την ανατρέψει και να την αντικαταστήσει με μιαν άλλη.

Τώρα, κατόπιν εορτής, μοιάζει να διαγωνίζεται σε αριστερισμό με τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Ο οποίος, τώρα επίσης, κατόπιν εορτής, πλασάρεται ως ο Λένιν τον Σεπτέμβρη. Προκειμένου να ανατρέψει τον ρεφορμιστή Γιώργο… Κερένσκι και να οδηγήσει νικηφόρα το κίνημα ενάντια στον τσάρο Κωνσταντίνο τον Καραμανλή, τον νεότερο. Ο οποίος, με τη σειρά του, τη βγήκε για δεύτερη φορά απ’ αριστερά στο ΠΑΣΟΚ, και ξανακέρδισε τις εκλογές.

Ναι, το αριστερό ρούχο φορέθηκε πολύ τελευταία. Και όχι μόνο στο ΠΑΣΟΚ. Εκεί με τα χίλια ζόρια και έτσι, για το θεαθήναι! Μήπως ταιριάξει, επιτέλους, το look του Γιώργου, με το «ΣΟ» (σοσιαλιστικό) του ΠΑΣΟΚ. Το αριστερό ρούχο φορέθηκε από κάθε πολιτικής καρυδιάς καρύδι (ακόμα κι απ’ το… καρύδι που ονομάζεται Καρατζαφέρης) ως το έντιμο ρούχο. Και φορέθηκε από δεκάδες χιλιάδες απογοητευμένους πολίτες. Που ψήφισαν το ΚΚΕ της Παπαρήγα, ας πούμε, μόνο και μόνο επειδή διαθέτει αυτό που εξέλειπε από τα δυο κόμματα εξουσίας, την πολιτική και ιδεολογική πίστη και αξιοπιστία. Και τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή αυτή τη φορά εξέφρασε μια ελκυστική, καθώς φάνηκε, πρόταση ριζοσπαστικού αριστερού εκσυγχρονισμού.

Τώρα επιχειρείται να ξαναφορεθεί από τους μνηστήρες της χηρεύουσας προεδρίας του ΠΑΣΟΚ. Προφανώς επειδή είναι το μόνο καθαρό πολιτικό ρούχο που απέμεινε στη χώρα μας: ένα καθαρό πουκάμισο που ο…φορέας του, νομίζει ότι αρκεί να το φορέσει για να ξεπλύνει όλες τις ιδεολογικές και πολιτικές βρωμιές που κουβαλάει.

Πλάνη οικτρά: η τριακονταετής μεταπολιτευτική πείρα έχει στερεώσει την γενική πεποίθηση ότι το αριστερό πουκάμισο ταιριάζει μόνο στο ΚΚΕ και στον Συνασπισμό. Και ότι κάθε που το φοράει το ΠΑΣΟΚ, δεν είναι παρά ένα πουκάμισο αδειανό…

Νίκος Τσαγκρής

25 Σεπτεμβρίου 2007

Να κάνεις το έγκλημα εφικτό...

Ένα ήθελα να ξέρω: η στάχτη που βγάζουνε από τις κάλπες πού προσμετράται; Στα λευκά ή στα άκυρα; Έτσι κι αλλιώς γκρίζα ψηφοδέλτια δεν υπάρχουν. Πού, λοιπόν, προσμετράται η στάχτη των καμένων σωμάτων και των καμένων ψυχών; Είναι ψήφος άραγε της διαμαρτυρίας που ωφελεί τα μικρά κόμματα; Ή μήπως είναι ψήφος της ανάγκης (προς το πρώτο κόμμα) και ώριμο τέκνο της οργής (προς το δεύτερο κόμμα). Πού να ξέρεις...

Η στάχτη είναι στάχτη και μόνο στάχτη. Οι κάλπες καπνίζουν ακόμα από τα αποκαϊδια των ψηφοδελτίων κι όμως ό,τι ήταν να αποφασιστεί αποφασίστηκε από την ιερή αγελάδα της πλειοψηφίας, προσκυνήθηκε αρκούντως και αρμοδίως και τα πράγματα πήραν και πάλι τον δρόμο τους βαθμηδόν. Κι εμένα εσχάτως μου αρέσει πολύ αυτό το βαθμηδόν. Κολλάει παντού γιατί δείχνει ότι τα πάντα είναι πολιτική βαθμηδόν και η πολιτική είναι η εξαίσια εκείνη τέχνη του εφικτού, όπου το εφικτό εκλαμβάνεται ως βαθμιαία καταβαράθρωση κάθε πράγματος που υπερβαίνει το ύψος μας με τέτοιο τρόπο ώστε το ύψος μας να καταστεί μέτρον και βάσει αυτού να καθοριστεί το είναι ανέφικτο. Μάλιστα.

Το καταλάβατε; Αν όχι, δεν πειράζει. Θα το καταλάβετε βαθμηδόν, καθώς το ίδιο βαθμηδόν η στάχτη θα παρασέρνεται από τον ελαφρύ φθινοπωρινό άνεμο των υπουργικών συμβουλίων και ενώ ο νέος υπουργός Πολιτισμού (τυχαίο, αν και όχι εντελώς, το υπόδειγμα ανδρός) Μιχάλης Λιάπης θα σκουπίζει διακριτικά ένα ξαφνικό δάκρυ ενθυμούμενος τη στάχτη της Αρχαίας Ολυμπίας, την οποία ο προκάτοχός του είχε θεωρήσει πταίσμα. Αυτό είναι το εφικτό. Αυτή είναι η στάχτη της κάλπης: να χαμηλώνεις το έγκλημα στο ύψος του εαυτού σου, να το δένεις με μιαν ωραία γραβάτα, ώστε να γίνεται τόσο πραγματικό, τόσο εφικτό που πια δεν είναι έγκλημα…


Κώστας Καναβούρης

21 Σεπτεμβρίου 2007

Εκλογικές απάτες, γενικώς.


«H δημοκρατία δεν δημιουργείται από κανένα γραπτό κείμενο. Αν, προτού να μπει στη νομοθεσία, δεν είναι ήδη ένας τρόπος και μια θέληση ζωής, μια μορφή κοινής ηθικής ενσαρκωμένη στην καθημερινή στάση της κοινότητας των ανθρώπων, τότε δεν αντιπροσωπεύει παρά μιαν απάτη της εξουσίας», σημειώνει ένας σπουδαίος Γάλλος στοχαστής.

Θυμήθηκα αυτό το απόφθεγμα την ώρα που βγήκαν στον τηλεοπτικό «αέρα» τα πρώτα exit polls. Ίσως ήταν τα πρώτα αποτελέσματα που θεμελίωσαν την προγενέστερη αίσθησή μου ότι αυτές οι εκλογές δεν ήταν παρά μια απάτη της εξουσίας. Μια ταχυδακτυλουργία, που έγινε για να αποδώσει παράταση ζωής στην καραμανλική κυβερνητική γραφειοκρατία. Και απέδωσε. Τα υπόλοιπα, το… «σοκ στο ΠΑΣΟΚ», η «άνοδος της αριστεράς» και το «πέμπτο κόμμα» ήσαν τα απόπαιδα του… δημοκρατικού εκλογικού συστήματος: στάχτη στα μάτια της Δημοκρατίας…

«Σοκ στο ΠΑΣΟΚ»; Αστεία πράγματα. Όλοι γνώριζαν ότι το ΠΑΣΟΚ θα χάσει με δυο-τρεις μονάδες και, το «σοκ στο ΠΑΣΟΚ» είναι αδύνατον να επήλθε επειδή οι μονάδες της ήττας έγιναν τέσσερις. Επομένως, εδώ είχαμε μιαν απάτη της εξουσίας του ΠΑΣΟΚ. Της ηγεσίας του, δηλαδή, που, ενώ γνώριζε ότι θα χάσει, έπαθε… σοκ όταν έχασε: το σοκ της ήττας είναι ό,τι πρέπει για να γεννήσει ήρωες και σωτήρες!

Και να που πρώτος ο Ευάγγελος ξεπέρασε(!) το σοκ. Και προέταξε τα στήθη αυτοπροσδιοριζόμενος ως ο επόμενος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Προκειμένου να σώσει(!) την παράταξη.

Και ο Κώστας Σημίτης. Αυτός προσφέρθηκε αμέσως να εγγυηθεί τις διαδικασίες. Ποιοί υπονομεύουν τις διαδικασίες, σύντροφε; Όλοι γνωρίζουμε ότι ήσουν ο υπέρτερος υπονομευτής των διαδικασιών στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ. Τότε που, εν είδει βυζαντινού αυτοκράτορα, έδωσες στον Γιώργο το στέμμα της προεδρίας του κινήματος.

Ύστερα, βγήκε ο πρόεδρος Γιώργος, ο χαμένος. Και μίλησε για εξωθεσμικά κέντρα που προσπαθούν να χειραγωγήσουν το ΠΑΣΟΚ. Και μας κούφανε: καλά, σοβαρά δεν γνωρίζεις, πρόεδρε, ότι δουλειά κάθε… καλού κέντρου, εξωθεσμικού ή… εσωθεσμικού, είναι η προσπάθεια χειραγώγησης του ΠΑΣΟΚ; Και της Νέας Δημοκρατίας, βέβαια. Και κάθε… αξιοπρεπούς πολιτικού κόμματος.

Ε, λοιπόν, εμείς το γνωρίζουμε. Και γνωρίζουμε ότι η ομπρέλα για την αποτροπή όποιας χειραγώγησης των κομμάτων (από εξωθεσμικά κέντρα και αυτόκλητους σωτήρες και πονηρούς εγγυητές των διαδικασιών) είναι όχι η «καταστατική λειτουργία του κόμματος», όπως με ξύλινη γλώσσα ρητορεύουν οι… «νομοταγείς» πονηροί πολιτευτές, αλλά η ουσιαστική δημοκρατική των κομμάτων.

Γιατί η εσωκομματική δημοκρατία δεν δημιουργείται από γραπτά κείμενα. Αν προτού μπει στα καταστατικά δεν είναι ήδη μια θέληση ζωής, μια κοινή ηθική ενσαρκωμένη στην καθημερινή στάση της κοινότητας των μελών, των στελεχών και, κυρίως, της ηγεσίας ενός κόμματος, τότε δεν αντιπροσωπεύει παρά μιαν απάτη της ηγεσίας του συγκεκριμένου κόμματος.


Νίκος Τσαγκρής

17 Σεπτεμβρίου 2007

Μέγιστο των πολιτών μέλημα...

Μόλις, τέσσερις ημέρες προ των εκλογών, άρχισα να υποψιάζομαι -ο αφελής!- το... άρρητον και άδηλον των δημοσκοπήσεων. Αρρητες και άδηλες μεν -που σημαίνει δεν ομολογούνται ούτε φανερώνονται, κατά τα συμπεφωνημένα...-, ο κόσμος το 'χει τούμπανο δε. Που θα πει: μια χαρά περπατάνε (κυλιόμενες, κουτρουβαληδόν ή πηδηχτές...) και στα μουλωχτά διοχετεύονται, από τους παραγγέλλοντες, όπου δει -στα ανά την επικράτεια και την ομογένεια της διασποράς «ηχεία»...- και σε «συσκευασία προτιμήσεως»...

Χάος και εδώ. Οπως χάος και με την εσπευσμένη (αδυνατώ να το χωνέψω!) προκήρυξη των εκλογών και την απνευστί προεκλογική περίοδο. Οπως χάος και με τις πυρκαγιές, που θέρισαν ζωές, δάση και καλλιέργειες, έκλεισαν σπίτια και άνοιξαν κρουνούς παροχών -και υποσχέσεων- στην αθλιότερη «επιχείρηση δωροδοκίας» που γνώρισε ο τόπος. Χάος λοιπόν και στις δημοσκοπήσεις. Και χάος -σε χοντρές γραμμές- σημαίνει απουσία κάθε θεσμισμένου ελέγχου. Να μη γνωρίζει δηλαδή -επισήμως και υπευθύνως- ο δήμος που σκοπείται, τι... εσκόπευσε. Αλλά να «μαθαίνει», τεχνηέντως, το «περίπου». Ωστε, όχι ως ενημερωμένος πολίτης, αλλά σαν παγιδευμένος πελάτης να άγεται εκ της «φήμης» του καταστήματος.

Γι' αυτό και θάλλουν κορυφούμενα (των... ασυμμέτρων το κάγκελο γίνεται!) τα στοιχήματα στις πολιτικής -όπως την καταντήσαμε- τον ιππόδρομο...Θα επιμείνω -πριν και μετά τις εκλογές- ότι όσα, πρωτοφανή, τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και εδώ, συμβαίνουν σήμερα -κύρια ευθύνη των οποίων φέρει ο πρωθυπουργός-, συνιστούν έκπτωση της πολιτικής και ασέβεια προς τη δημοκρατία.

Δεν ξέρω τι θα πράξουν οι επόμενοι που, εν τέλει, είναι οι ίδιοι. Ομως, η ανόρθωση της πολιτικής, πρέπει να είναι το μέγιστο των πολιτών μέλημα...

Πέτρος Μανταίος (από την Ελευθεροτυπία)

6 Σεπτεμβρίου 2007

Μια ψήφος δεν αρκεί...


Όλο και πιο αραιά συναντά κανείς, στον διεθνή Τύπο, κείμενα για το μέλλον της Αριστεράς Όσο για το παρόν της, αυτό εξαντλείται σε ενστικτώδεις προσπάθειες κοινοβουλευτικής αυτοσυντήρησης. Όπως οι τωρινές προσπάθειες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και του ΚΚΕ, εν όψει των εκλογών.

Έτσι, κάθε φορά που ψαρεύω ένα θεωρητικό αριστερό… απολειφάδι στις όχθες κάποιων «κεντροαριστερών» εφημερίδων, φαντασιώνω τα ανέλπιστα: «Να, λοιπόν, έφτασε η στιγμή που οι αριστεροί αφυπνίζονται, έφτασε ο χρόνος που (επιτέλους!) αναπτύσσονται ιδέες για την κοινωνική αναγέννηση, για την ανασυγκρότηση των σοσιαλιστικών ιδεών και οραμάτων, για τη δημιουργία του νέου, μεταμοντέρνου ουμανισμού»!

Μέχρι που, εντελώς τυχαία, ξαναδιάβασα εκείνο το κείμενο της Ρόζας Λούξεμπουργκ Γραμμένο στις φυλακές Μπρεσλάου, τον Δεκέμβριο του 1917: «Είμαι ξαπλωμένη μόνη και σιωπηλή, τυλιγμένη στις πολλαπλές μαύρες πτυχές του σκότους, της ανίας, της ανελευθερίας και του χειμώνα αλλά η καρδιά μου χτυπά με μιαν απέραντη και ασύλληπτη εσωτερική χαρά, λες και τριγυρίζω σε κάποιο ηλιόλουστο, λουλουδιασμένο λιβάδι…»

Και με προσγείωσε: υποτίθεται ότι η μεγάλη επαναστάτρια είναι κλεισμένη μέσα σ’ ένα γερμανικό μπουντρούμι, βιώνοντας έναν ακόμα βασανισμό για τις ανατρεπτικές, τότε, ιδέες της. Και, παρ’ όλα αυτά, βιώνει τη φυλακή σαν ένα ιδανικό τοπίο ελευθερίας!

Τι έχουμε εδώ; Τίποτα ιδιαίτερο. Είναι ένα βίωμα γνωστό στους Έλληνες κομμουνιστές, όμως τόσο ξεχασμένο… Και όταν το ξαναθυμόμαστε μας ξαφνιάζει: μια ιδεολογία, μια πίστη, που στην κοινωνία διώκεται ανελέητα, ενώ στη φυλακή ανθίζει, ελευθερώνεται. Και ο φορέας αυτών των ιδεών, αυτής της πίστης, νιώθει πρωτόγνωρα ελεύθερος όντας στη φυλακή. Απελευθερωμένος από μια σκλαβωμένη ζωή κι έναν σκλαβωμένο θάνατο!

Ο θάνατος που, πράγματι, δεν ήταν φυσικός για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, αφού δολοφονήθηκε από δυνάμεις της γερμανικής Δεξιάς στις 15 Ιανουαρίου του 1919…

Ωστόσο, οι ιδέες της επέζησαν «ελεύθερες», ακόμα και μετά τον θάνατό της. Και άνθισαν. Κι ακόμα δύνανται ν’ ανθίσουν. Πράγμα, όμως, αδύνατον στους τωρινούς καιρούς. Καθώς, ιδέες σαν της Ρόζας Λούξεμπουργκ, εν γένει οι ιδέες του σοσιαλισμού, καταναλώθηκαν, χωνεύτηκαν, έγιναν περιττώματα από «σώματα» εξουσιών και κυβερνήσεων μόνο κατ’ όνομα «σοσιαλιστικών». Κι εμείς, οι εναπομείναντες, «ρετάλια της αριστεράς» κατά τους βολεμένους εξουσιαστές της… «κεντροαριστεράς», να αλιεύουμε αριστερά απολειφάδια στις όχθες περιοδικών κι εφημερίδων.

Όπως αυτό που αλίευσα προ ημερών σε άρθρο αγαπημένου φίλου. Ο οποίος, ύστερα από μια τυπική ανάλυση για το «αβέβαιο καπιταλιστικό παρόν» μας καλούσε να ψηφίσουμε Συνασπισμό για να εξασφαλίσουμε το παρόν και το μέλλον της Ελληνικής Αριστεράς.

Εντάξει φίλε μου, να ξαναψηφίσουμε Συνασπισμό ή ΚΚΕ, μόνο και μόνο για να συντηρήσουμε το κοινοβουλευτικό παρόν της Ελληνικής Αριστεράς. Όμως, εάν το μέλλον της Ελληνικής (και της παγκόσμιας) Αριστεράς αφεθεί στην ανά τετραετίαν ψήφο ημών των αμετανόητων αριστερών, αλίμονο. Θα παραμείνει για πάντα… αόρατο.

Νίκος Τσαγκρής

3 Σεπτεμβρίου 2007

Τελειώσαμε!..

Ρε σεις, τελειώσαμε. Πάρτε το χαμπάρι, η Ελλάδα είναι μια τελειωμένη υπόθεση για να αποπατεί όποιο γουρούνι του γουστάρει. Βγαίνει από τη μια μεριά η Στρατηγός Μπακογιάννη για να υποστηρίξει το Στρατηγό Μαλάκα και δηλώνει στα σοβαρά ότι την Ελλάδα την καίνε τα Εξάρχεια. Και την σεγοντάρει ο Υποστράτηγος Μαλάκας, ο αδελφούλης της. Όλα αυτά στα σοβαρά και ως πολιτική θέση και ενώ ο Αρχιστράτηγος Πρωθυπουργός περιφέρεται ανά τας οδούς και τας ρύμας προσπαθώντας να καταλάβει ποιός είναι, πού βρίσκεται και πού πάει. Του βγάζουν τη γραβάτα, του βάζουν τη γραβάτα. Του βάζουν μπουφάν μέσα στον καύσωνα, του βγάζουν το μπουφάν. Αρκεί να δεις το ματάκι του με το βλεμματάκι του χάους και θα καταλάβεις ότι το πράγμα έχει τελειώσει...

Κι από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ. Με τον άλλο τον Αρχιστράτηγο Μαλάκα. Που, μετά από τόσα και τόσα, την μόνη που βρήκε κατάλληλη για επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ είναι η Φώφη. Η Φώφη, ντε। Η μετενσάρκωση της Πασιονάριας. Και τρόμαξε το σύστημα ολόκληρο. Και έκανε, λέει, δικαστικό πραξικόπημα για να κόψει τη Φώφη απ' το Επικρατείας. Ολόκληρα "Νέα" το κραυγάζουν: "Με πραξικόπημα έκοψαν την Φώφη". Κύριος τίτλος. Μωρέ, τι μας λες; Χλωμιάσανε οι Λάτσηδες και οι πολυεθνικές και συνταράχθηκαν τα θεμέλια του συστήματος. Κατεβαίνει η Στρατηγός Ασήμαντη με στρατιά από αποφασισμένους αντάρτες και κινδυνεύει η χώρα. Κόψτε την! Την τελευταία στιγμή απετράπη η επανάσταση και η έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα. Είναι να μην αγανακτείς;

Γι' αυτό σου λέω. Τελειώσαμε.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

31 Αυγούστου 2007

Κάηκε η μνήμη του χρόνου


Οι φωτιές είναι ό,τι πρέπει για να γράψει, ο γραφέας, ωραία κείμενα. Ειδικά τούτες οι άτιμες, οι ανθρωποφάγες, οι ανίκητες φωτιές. Έτσι, τα τσουρουφλισμένα από την θλίψη μερόνυχτα της τραγωδίας, είχα την ευκαιρία να διαβάσω ωραία κείμενα για τις φωτιές που έκαψαν τους Ηλείους, τους Μεσσήνιους, τους Αρκάδες, τους Λάκωνες, τους Ευβοείς.

Όμως δεν είναι μόνο που «η μισή Ελλάδα κάηκε», έτσι γενικώς. Δεν είναι μόνο «η οικολογική ή η οικονομική καταστροφή». Δεν είναι που «χαθήκαν περιουσίες και παρθένα δάση και όμορφα χωριά». Ούτε που «κάηκαν και ξεσπιτώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι του μόχθου και της αγροτιάς». Είναι που η καταραμένη αυτή φωτιά έκανε στάχτη Θείες μνήμες, κι Άγια μυστικά.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πύργο Ηλείας. Το πατρικό μου κτήμα, στα όρια της πόλης, μια ανάσα από Λαμπέτι, Κολύρι, Βαρβάσαινα, το ‘γλυψε η φωτιά. Είχε κάψει πριν την Κουτσοχέρα, το χωριό του πατέρα μου. Τις φτέρες, τα πουρνάρια, τις γκορτσιές, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, που έντυναν το ηλιοδαρμένο σώμα του φτωχού χωριού. Τις κερασιές, τις αχλαδιές, τις καρυδιές των παιδικών μου χρόνων και τις λαχταριστές μαύρες σταφίδες που, κρυφά, τρυγούσαμε απ’ τ’ αμπέλια, τα αυγουστιάτικα ακοίμητα μεσημέρια μας, τις ώρες που οι μεγάλοι έπαιρναν αμέριμνοι τον δίκαιο ύπνο τους, κάτω απ’ τον ίσκιο της μεγάλης πλατανιάς.

Κάηκε και το πανηγύρι του Αηλιά. Με εκείνον τον λυτρωτικά απελπισμένο ήχο του ζουρνά. Που μ’ έμαθε να αισθάνομαι, μέχρι δακρύων, τα τραγούδια και τις μουσικές. Και κάηκε το αγαπημένο μου κουτσοχεραίικο γλυκό: φύλλο ανοιγμένο με τον πλάστη, σπιτικό. Μέλι, καρύδια, κανελογαρύφαλλα και πάλι απ’ την αρχή…

Καμμένο και το λατρευτό τοπίο των πρώτων σχολικών μας εκδρομών, το δάσος του Καϊάφα: αρχαία πεύκα με πανύψηλους καμαρωτούς κορμούς, να ξεφυτρώνουν μέσα από τεράστιους αμμόλοφους, χρυσούς. Και να μας υποδέχονται με γελαστές σκιές-χάδια δροσιάς, λίγο πριν πέσουμε με την ανείπωτη λαχτάρα των παιδιών στη χρυσοπράσινη αγκαλιά της θάλασσας.

Λέω, πως τούτη η καταραμένη η φωτιά, πάνω απ’ όλα, έκαψε μνήμες-ψυχές που σύχναζαν εκεί που τώρα, μαύρα και άραχλα αποκαϊδια έχουν απλωθεί. Μνήμες που κατοικούσαν στα καμμένα, τώρα, σπίτια του Ελαιώνα, της Μαγούλας και της Κουτσοχέρας και του Κάτω Σαμικού. Μνήμες του χρόνου, πού είχανε χτιστεί ξερολιθιά πάνω στα σπίτια των Ηλείων που καιγόντουσαν. Κι εκείνοι έμειναν μαζί τους. Να τις σώσουν απ’ τις φλόγες ή μαζί τους να καούν…

Και κάηκαν μαζί τους! Τώρα, ακόμα κι αν τα απανθρακωμένα δάση ξαναφυτευτούν, ακόμα κι αν τα σπίτια, που εξαφάνισαν οι φλόγες, τα χωριά, ξαναχτιστούν, ακόμα κι αν οι άνθρωποι που έγιναν παρανάλωμα αναστηθούν, τίποτα πια δεν θα ‘ναι όπως παλιά…
Νίκος Τσαγκρής

21 Αυγούστου 2007

Άνθρωποι και μύγες...


Όταν μπήκα στο γραφείο, δύο συνάδελφοι σκότωναν μύγες. Κρατούσαν στα χέρια τους από μια εφημερίδα ο καθένας και σκότωναν μύγες! Το θέαμα ήταν εξωπραγματικό. Σουρεαλιστικό. Σπάνιο…

Οι μύγες είναι πια σπάνιο είδος στην Αθήνα. Πιο σπάνιο είναι να δεις ανθρώπους να τις σκοτώνουν. Κι όταν οι άνθρωποι που τις σκοτώνουν είναι δυό δημοσιογράφοι σε ένα γραφείο εφημερίδας, το θέαμα είναι εξωπραγματικό, σουρεαλιστικό, σπάνιο…

Οι μύγες είναι ενοχλητικές। Ακόμα κι αν πρόκειται για τέσσερις μύγες που μπήκαν σ’ ένα δημοσιογραφικό γραφείο ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι του 2007, σε μια πόλη όπου οι μύγες αποτελούν σπάνιο είδος.

Ακόμα και τότε είναι ενοχλητικές, και μπορείς να δεις δυό δημοσιογράφους με εφημερίδες στα χέρια να τις σκοτώνουν। Προσφέροντας ένα θέαμα εξωπραγματικό, σουρεαλιστικό, σπάνιο. Τόσο σπάνιο όσο και οι μύγες στην Αθήνα του 2002…

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ενοχλητικοί όσο και οι μύγες. Και άλλοι που είναι πολύ πιο ενοχλητικοί απ’ αυτές. Αλλά σπάνια τους σκοτώνουμε σαν τις μύγες, παρ’ όλο που δεν αποτελούν σπάνιο είδος, όπως οι μύγες, σε μια πόλη σαν την Αθήνα του 2002.

Αυτό αποδεικνύει τον σεβασμό που τρέφει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο και, αν όχι αυτό, τον φόβο που έχει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο σε σχέση με το φόβο που έχει ο άνθρωπος για τη μύγα.


Υπάρχουν κάποιοι που βλέπουν τους ανθρώπους σαν μύγες। Χαρακτηριστική περίπτωση, ο αμερικανός πρόεδρος Μπους. Ο οποίος απέδειξε πώς δεν έχει κανένα πρόβλημα να σκοτώνει ανθρώπους (αν συμφωνείτε μαζί μου ότι οι ιρακινοί είναι άνθρωποι) όπως οι άνθρωποι σκοτώνουν μύγες.

Ελάχιστοι είναι οι πολιτικοί ηγέτες που ενοχλούνται όταν άλλοι πολιτικοί ηγέτες σκοτώνουν ανθρώπους όπως οι άνθρωποι σκοτώνουν μύγες. Γενικά, οι πολιτικοί ηγέτες ενοχλούνται περισσότερο απ’ τις μύγες παρά από τους άλλους πολιτικούς ηγέτες. Ακόμα κι αν αυτοί σκοτώνουν ανθρώπους όπως οι άνθρωποι σκοτώνουν μύγες.

Όταν μπήκα στο γραφείο, δυο συνάδελφοι σκότωναν μύγες. Δεν τους ρώτησα γιατί τις σκοτώνουν. Ποτέ δεν ρωτάω τους δημοσιογράφους γιατί σκοτώνουν μύγες. Παρ’ όλο που γνωρίζω ότι οι μύγες τους ενοχλούν λιγότερο από τους πολιτικούς. Ιδιαίτερα τώρα, στην προεκλογική περίοδο.

Ναι, το θέαμα των δυο συναδέλφων (να κρατούν από μια εφημερίδα ο καθένας και να σκοτώνουν μύγες σ ’ένα δημοσιογραφικό γραφείο ένα προεκλογικό μεσημέρι του Αυγούστου) ήταν εξωπραγματικό. Αλλά και οικείο. Τόσο εξωπραγματικό, όσο το θέαμα ενός δημοσιογράφου που, προεκλογικά, «ενοχλεί» τους πολιτικούς περισσότερο από μια μύγα. Και τόσο οικείο όσο το θέαμα ενός πολιτικού που, προεκλογικά, «ενοχλεί»τους δημοσιογράφους λιγότερο από μια μύγα.

Νίκος Τσαγκρής

16 Αυγούστου 2007

Η εμπρηστική αλήθεια της ιστορικής αλήθειας και οι εκλογές

Μπροστά στη συμφορά, που έπληξε τη γη της Ελλάδας και τους ασθενέστερους οικονομικά κατοίκους της (αφού οι άλλοι θα κερδίσουν ακόμα κι απ’ τ’ αποκαΐδια), μπροστά στην εκλογική αναμέτρηση (άλλη συμφορά αυτή, αφού εν τέλει δεν πρόκειται να προκύψει παρά μια ακόμα αναδιανομή των σημείων του επικοινωνιακού σκυλοκαβγά ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα) το ζήτημα του βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού μοιάζει ασήμαντο, παρά την ανάκαμψη της δημοσιότητάς του, παρά το γεγονός πως η κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει σε εκλογές κάτω από την «εθνοσωτήρια» σκιά του και όχι μέσα στην «τριτοκοσμική» υγρασία του σκανδάλου των ομολόγων, όπως επιθυμεί η αξιωματική αντιπολίτευση. Το Παρόν, θα έλεγε κανείς, είναι τόσο σκληρό, ώστε η ενασχόληση με το παρελθόν καταντά πολυτέλεια, μπροστά στο δυσοίωνο μέλλον που αποκαλύπτουν οι καπνοί των δένδρων και τη λαύρα της πολιτικής αχρειότητας.

Ωστόσο, επειδή κανένα παρελθόν δεν είναι παρελθόν παρά στον βαθμό που σημαίνει κάτι για το παρόν και το μέλλον, το κοινότοπο και εν πολλοίς αστείο ζήτημα των γλωσσικών διατυπώσεων των ιστορικών γεγονότων (κατά τα λοιπά, το εν λόγω θέμα αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο της θεωρίας της επιστήμης) παίρνει τη μορφή μιας ακόμα δοκιμασίας του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται στην Ελλάδα ο διάλογος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, της αξιοπιστίας του κρατικού μηχανισμού και εν τέλει της ποιότητας της δημοκρατίας μας, που παρεμπιπτόντως γιόρτασε τριάντα τρία χρόνια. Τριάντα τρία χρόνια, που ήδη διαθέτουν ένα πολιτικό δικαστήριο, από το οποίο προέκυψε τελικά η -έστω και άτυπη- νομιμοποίηση της ατιμωρησίας.
Μια πρώτη αυτοψία στο καμένο τοπίο της δημοκρατίας μας, με βάση τον ανάπηρο διάλογο για το ιστορικό παρελθόν μας και μπροστά στις εκλογές δείχνει πως:

ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ συμπεριλαμβανομένων των ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ, αδυνατούν να διαχειριστούν -πόσο μάλλον να εκπροσωπήσουν- οποιοδήποτε αίτημα της κοινωνίας των πολιτών, αφού από καιρό συνωστίζονται έξω από τα κέντρα εξουσίας ζητιανεύοντας κάποιον ρόλο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα κατάλαβαν την δύναμη των Μ.Μ.Ε. ενσωματώνοντας απολύτως τους ρόλους τους στο ρητορικά τεχνάσματα παραγωγής ειδήσεων.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ δεν εννοεί να παραιτηθεί από το μερίδιο εξουσίας που απολαμβάνει μέχρι σήμερα και αφού συναντά αντιστάσεις στον χώρο της αμιγούς πολιτικής, στρέφεται ραγδαία προς τον χώρο των Μ.Μ.Ε. τα οποία καλωσορίζουν το θρησκευόμενο κοινό, έτοιμα να εκχωρήσουν -επικοινωνιακά προς το παρόν- εξουσία στους αρχιερείς.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ αδυνατεί να διαχειριστεί την εξουσία, που ούτως ή άλλως διαθέτει, αφού από καιρό φρόντισε να τη διευρύνει προς την κατεύθυνση του Τύπου και των πολιτικών οργανισμών. Αυτοί που έπρεπε να αποτελούν τον σταθερότερο παράγοντα υπεράσπισης της ουσίας της δημοκρατίας: της αντικειμενικής και ανεξάρτητης σκέψης, παρουσιάζονται ως απολογητές ιδεολογικών τάσεων, που διαμορφώνονται πότε από τα συγκροτήματα Τύπου, πότε από τα πολιτικά κόμματα και πότε από διάφορες επικοινωνιακές συμμαχίες.


ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ αδυνατεί πια να διαχειριστεί οτιδήποτε। Δεν μπορεί καν να παράγει την επικαιρική ιδεολογία που θα του επέτρεπε να διατηρήσει την ευκυβερνησία σ’ ένα στοιχειώδες επίπεδο। Λειτουργεί σαν ανάδοχος δημοσίων εικόνων, προσπαθώντας να καταστήσει τη δική του αρεστή στα target groups των Μ।Μ।Ε। Εξάλλου, δεν μπορεί να εισπράξει το παραμικρό από τη διεξαγωγή μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην Εκκλησία και τις ακροδεξιές ομάδες από τη μια και στην επιστημονική κοινότητα και τους Νεοπολιτικούς παράγοντες από την άλλη. Έτσι, το πολιτικό τοπίο διαμορφώνεται αφενός από τις ομάδες που εμμένουν στις Παλαιοπολιτικές αξίες (έθνος, κράτος, λαός, πολιτική, κοινωνική πολιτική, συλλογική δράση), συμφύροντας στοιχεία χριστιανικά, σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά και εθνικιστικά, και αφετέρου από τις ομάδες που προωθούν -χωρίς όμως να διαθέτουν ακόμα το απαραίτητο θάρρος ώστε να το δηλώσουν- Νεοπολιτικές αξίες (παγκόσμιος άνθρωπος, διαπλανητικό χωριό, διευρυμένος φιλελευθερισμός, πίστη στον αυτοματισμό της κοινωνικής ανάπτυξης μέσω της μαζικής επικοινωνίας) ωθώντας τις αρχές του Διαφωτισμού στα άκρα. Είναι φανερό πως πίσω από αυτή τη βουβή σύγκρουση κρύβεται η επιθετική τακτική μιας νέας τάξης επιχειρηματιών της επικοινωνίας, που ζητούν διεύρυνση της αγοράς και απελευθέρωση των παραγωγικών σχέσεων και δυνάμεων, οι οποίες περιορίζονται από τα εθνικά σύνορα και τις μεταπολεμικές πολιτικές επιλογές, που επέβαλε η λαϊκή πίεση. Σήμερα, δεν υπάρχει τίποτε πιο προφανές από την προσπάθεια των ανθρώπων της επικοινωνίας να διαβάλουν την πολιτική και τους πολιτικούς, να πείσουν τις μάζες πως οι ίδιοι μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα τα κοινωνικά προβλήματα και εν τέλει να κυβερνήσουν.

Αν είναι, λοιπόν, να προσέλθουμε στις εκλογές -αποδεχόμενοι την πραγματικότητα- θα πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζουμε πια είναι αυτή η πραγματικότητα. Οι ψεύτικοι όροι του πολιτικού παιχνιδιού, όπως τους θέτουν τα πολιτικά κόμματα -αρνούμενα να παραδεχθούν τον αυτοευνουχισμό τους- δημιουργούν ένα σκηνικό παλιάς καλής «αγωνιστικής θαλπωρής», αλλά ουσιαστικά τινάζουν στον αέρα κάθε έννοια χρησιμότητας της πολιτικής. Μετά τις εκλογές -όποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα κι αν τις κερδίσει- θα αποδειχθεί πως οι εκλογές -αυτές καθαυτές- δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Το μόνο που θα έχει μείνει αλώβητο και εν πολλοίς ισχυροποιημένο θα είναι τα μέσα διεξαγωγής της πολιτικής επιλογής: οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί, με την άψογη οργάνωση, τη μαχητική υπεράσπιση -έστω και τα λόγια- των λαϊκών συμφερόντων, τη συνέπεια στην παραγωγή εύπεπτης υποκουλτούρας και με μια λέξη τον άρτο και τα θεάματα που χρειάζεται ο λαός.

Αλλά αφού είμαστε πια πεπεισμένοι πως ό,τι γίνεται στην ανθρώπινη Ιστορία είναι αυτόματα καθαγιασμένο -κατά τη ρήση του Χέγκελ «Ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό και ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό», την οποία έθεσαν σε κριτική οι φιλόσοφοι πριν από 150 χρόνια- είναι ίσως μάταιο να αντιστεκόμαστε.

ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ, τα ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ, η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ και το ΚΡΑΤΟΣ, οι ρυθμιστικοί παράγοντες της κοινωνικής ζωής από την εποχή της γαλλικής επανάστασης και εντεύθεν, αυτοκτόνησαν.

Κάποιος πρέπει να κυβερνήσει, έστω και άτυπα.

Αυτή είναι η πραγματική αλλοίωση της Ιστορίας του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος.

Οι εκλογές αυτές είναι ήδη μια κηδεία του θεσμού των εκλογών.

Αλλά δεν θα το συνειδητοποιήσουμε πριν αρχίσουν να επιτίθενται μέσα στη νύχτα οι πρώτοι βρικόλακες της Ιστορίας.

Γιώργος Μπλάνας.

13 Αυγούστου 2007

Το τραγούδι μιας ζωής σκαμμένης


Τον είδα σ' ένα ντοκιμαντέρ για το ορυχείο της Μήλου. Τα παλαιά ορυχεία, τότε που ανοίγανε στοές και μπαίνανε οι άνθρωποι μέσα στη γη, όχι όπως τώρα με τις ανοιχτές εξορύξεις που κόβουνε ολόκληρα βουνά σαν να 'τανε βούτυρο. Απόμαχος εργάτης ορυχείου. Σκαμμένο πρόσωπο. Σκαμμένη ζωή, σκαμμένη φωνή. Ακουμπισμένος στην είσοδο μιας στοάς ανενεργού ορυχείου. Εκεί δούλεψε, εκεί έζησε. Μέρα με την ημέρα, μέτρο με το μέτρο σκάβοντας το χώμα και το σκοτάδι. Μέτρο το μέτρο μια ολόκληρη ζωή μετρημένη με σκοτάδι. Μίλησε ο γέροντας για τη δουλειά του. Και μίλησε όμορφα, χωρίς περιττές κουβέντες. Μίλησε παστρικά και ίσια, όπως μιλάνε εκείνοι που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Ούτε μελούρες, ούτε θυμοί, ούτε ξόμπλια.

Μονάχα με μια αδιόρατη περηφάνεια, πολύ βαθιά στον λόγο του ο γέροντας, την έχω δει κι άλλες φορές αυτή την περηφάνεια. Δεν είναι έπαρση, δεν είναι αυτό το "κοίτα να δεις εγώ", όχι. Είναι μια πηγαία αίσθηση εκείνου που δεν υποχώρησε από το καθήκον του όπως το καταλάβαινε. Καθήκον απέναντι στην οικογένεια, στις ανάγκες του βίου, καθήκον απέναντι στον εαυτό του, να 'ναι εντάξει, καθήκον απέναντι στη δουλειά που την τιμούσε, καθήκον απέναντι στους άλλους εργάτες.

Δεν είπε πολλά ο γέροντας. Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι δεν μιλούν πολύ. Κι ύστερα εκεί, στην είσοδο της στοάς, σαν να είχε μόλις τελειώσει τη βάρδιά του, τη βάρδια μιας ολόκληρης ζωής τραγούδησε κι ένα τραγούδι ραγισμένο. Θα μπορούσε να ήτανε και μοιρολόι αν δεν ήταν τόσο βαθιά, σαν τη βαθύτερη στοά που σκάφτηκε ποτέ, νοσταλγικό. Τραγούδησε ο γέροντας για τον χρόνο που πάντοτε περνάει: "Αχ και να γύριζαν κείνα τα χρόνια πίσω / θα έτρεχα ξυπόλυτος για να τα συναντήσω". Και εκεί τελείωσε και το ντοκιμαντέρ. Σ' αυτό που ποτέ κανείς δεν συνάντησε.

Έμεινα έκθαμβος κι όλο φέρνω στον νου μου το πρόσωπο του γέροντα, αυτές τις μέρες που το κάθε σίχαμα και το κάθε απόπλυμα ταλαιπωρεί τη γλώσσα και την πατρίδα, εξηγώντας, απειλώντας με μηνύσεις, καταθέτοντας στον ανακριτή, αποσείοντας ευθύνες, κατηγορώντας τον αντίπαλο, αισχρολογώντας με μια κουβέντα, όπως ακριβώς αισχολογούν οι τα αισχρά πράττοντες, μια ολόκληρη ζωή. Αυτοί που δεν έχουν τίποτα που να αξίζει, απ' τη ζωή τους να το τραγουδήσουν. Σιχάματα, αποπλύματα και κνώδαλα.

Τραγούδησε ο γέροντας σαν παλιός μιναδόρος. Με την παραμίνα και τον δυναμίτη της κουβέντας του και της σκαμμένης του φωνής. Με 'κείνο το "αχ" που είναι ντέρτι και πείσμα μαζί και οργισμένο μαράζι για την ανημπόρια. Άμα έχεις στύψει την πέτρα -σχεδόν κατά κυριολεξία- ξέρεις από τέτοια. Κι όταν έρχεται η πικρή στιγμή, επειδή το ξέρεις το μετάλλευμα που έχει περάσει από τα χέρια σου, το φτιάχνεις μόνος σου το τραγούδι, δεν περιμένεις να στο φτιάξουν άλλοι και να το τραγουδήσουν. Μόνος σου το φτιάχνεις και μόνος σου το τραγουδάς, ακόμη και χωρίς φωνή. Γιατί και χωρίς φωνή γίνεται να τραγουδήσεις, χωρίς ζωή δεν γίνεται να τραγουδήσεις.


Κώστας Καναβούρης (απόσπασμα από άρθρο του στην ΑΥΓΗ)

9 Αυγούστου 2007

Ωχ! έρχονται πάλι οι πολιτικοί...



Οι πολιτικοί συζητούν για τις εκλογές. Πάντα οι πολιτικοί συζητούν για τις εκλογές. Περισσότερο εκείνοι που μένουν εκτός κυβερνητικής εξουσίας. Επειδή θεωρούν ότι αξίζουν περισσότερο από τους άλλους να είναι εντός της κυβερνητικής εξουσίας. Όλοι οι πολιτικοί κυβερνητικών κομμάτων θεωρούν ότι αξίζουν να κυβερνούν περισσότερο από τους «άλλους».Έτσι, οι «άλλοι» είναι πανομοιότυποι μ’ «αυτούς». Ακριβώς όπως οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ με τους πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας, να πούμε.

Οι πολιτικοί των μη κυβερνητικών κομμάτων μόνο μέσα τους θέλουν να κυβερνήσουν. Έξω τους, αρκούνται να συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους κυβερνητικούς συναδέλφους τους. Να διατηρούν γένια πολλών ημερών, να μην φορούν γραβάτες να δείχνουν θυμωμένοι και επικριτικοί. Συζητούν κι αυτοί για εκλογές και απαιτούν από το λαό να τους ψηφίσει. Όχι για να κυβερνήσουν αλλά για να ξαναμπούν στη βουλή. Επειδή, λέει, είναι απαραίτητο για τη Δημοκρατία να είναι παρόντες στη Βουλή. Απλά, να είναι παρόντες.
Αυτό είναι ακατανόητο για τους απλούς πολίτες. Το καταλαβαίνουμε μόνο εμείς οι αριστεροί, που μάλλον είμαστε πιο… σύνθετοι πολίτες. Έτσι φαίνεται. Αφού, κάθε φορά τους ψηφίζουμε. Για να είναι απλά παρόντες. Και να καταγγέλλουν. Τους άλλους.

Οι απλοί πολίτες είναι κουρασμένοι απ’ την πολιτική και τους πολιτικούς. Αδιαφορούν για τις εκλογές. Το μόνο που μπορεί να τους στρατεύσει είναι τα παραπάνω ευρώ, το σπίτι που χτίζεται, το εξοχικό, το αυτοκίνητο, η τηλεόραση και το σόπινγκ. Και οι εκλογές. Για να ψηφίσουν το κυβερνητικό κόμμα που συντηρεί τα μικρά τους προνόμια.

Τελευταία, οι πολιτικοί θέλουν να εκλεγούν μόνο για να εξασφαλίσουν το... μεροκάματο. Και τη φήμη του πολιτικού, που είναι η κακοφημία της πολιτικής. Έτσι, σαν τους «βάρβαρους καλλιτέχνες» του Φερνάντο Πεσσόα, εισβάλλουν στην πολιτική απ’ έξω: Ανήκουν σ’ αυτήν μόνο και μόνο επειδή η πόρτα του σπιτιού τους έχει αριθμό και κουδούνι που γράφει «Βουλευτής». Χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πώς φτιάχτηκαν οι δρόμοι και γιατί στην πόρτα του σπιτιού τους υπάρχει διαφορετικός αριθμός από το σπίτι του γείτονα. Διασχίζουν την πολιτική διαγωνίως. Μπαίνουν από το παράθυρο, όχι από την κανονική είσοδο, και βγαίνουν από ένα άλλο παράθυρο. Θεωρούν την πράξη τους σπουδαία μόνο και μόνο επειδή, σαν άνεμος, παρασύρουν στο πέρασμά τους αντικείμενα, «πορτραίτα πολιτικών ηγετών, έντυπες διακηρύξεις και ιδεολογικά μανιφέστα», αντικείμενα της πολιτικής, και τα σκορπάνε στο πάτωμα…

Ναι, οι πολιτικοί τρελαίνονται για εκλογές. Ιδιαίτερα εκείνοι που μένουν εκτός κυβερνητικής εξουσίας. Επειδή θεωρούν ότι αξίζουν δια να κυβερνούν περισσότερο απ’ τους «άλλους». Άλλοι μπαίνουν απ’ το παράθυρο. Να εκλεγούν για να εξασφαλίσουν τη φήμη του πολιτικού. Που είναι η κακοφημία της πολιτικής.


Νίκος Τσαγκρής