Η θλιβερή κατάντια της
ελευθερίας του Τύπου στην Ουγγαρία και η σύγκρισή της με τις αντίστοιχες…
κατάντιες στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα
Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής
Η σαρωτική εκλογική νίκη του Πέτερ Μαγιάρ επί του ακροδεξιού εθνικιστή Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν δίχασε, κατά κάποιον τρόπο, τους Ευρωπαίους πολιτικούς. Έκανε… ευτυχείς τους φιλελεύθερους κεντροαριστερούς, αφού εισέπραξαν την παταγώδη πτώση του ενοχλητικού «αντιευρωπαίου λαϊκιστή» Ούγγρου ως απόρριψη του εθνικού συντηρητισμού και ως απόκρουση του παγκόσμιου ακροδεξιού κινήματος. Και… δυστυχείς τους ακροκεντρώους και τους ακροδεξιούς ηγέτες και τα κόμματά τους – ιδιαίτερα τους ευθυγραμμισμένους (κρυφά ή φανερά!) με τον ηττημένο «τραμπιστή» Ούγγρο πρωθυπουργό – αφού ανησυχούν ότι, μετά την πτώση του Όρμπαν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είναι πλέον τοξικός για τις κυβερνητικές τους φιλοδοξίες…
«Όλα λάθος», μου λέει ο Ούγγρος συνάδελφος Μάρτον Π. (σ. σ: ανεξάρτητος ερευνητής δημοσιογράφος) του οποίου ζήτησα τη γνώμη, γι’ αυτόν τον «διχασμό»: «Η νίκη του Μαγιάρ δεν συνιστά απόρριψη του εθνικού συντηρητισμού — απέχει παρασάγγας, όπως λέτε εσείς, από μια φιλελεύθερη νίκη. Για να σου δώσω ένα παράδειγμα, είναι σαν να κερδίσει στις επόμενες ελληνικές εκλογές ο Σαμαράς τον Μητσοτάκη ή κάτι τέτοιο», προσθέτει γελώντας: «Το πιθανότερο είναι ότι το νέο ουγγρικό κοινοβούλιο που θα προκύψει υπό τον Μαγιάρ δεν θα είναι παρά ένα δεξιότατο, εθνικιστικό και υπέρμαχο της κυριαρχίας κοινοβούλιο», καταλήγει. «Και για να το… εμπεδώσεις», μου λέει, «πιστεύω ότι και με τη νέα κυβέρνηση, ο Τύπος θα παραμείνει όπως με τον Όρμπαν: αλυσοδεμένος»!..
Η κατάντια της ελευθερίας του Τύπου στην Ουγγαρία του Όρμπαν και η σύγκρισή της με τις αντίστοιχες… κατάντιες στις ΗΠΑ του Τράμπ και στην Ελλάδα του Μητσοτάκη, ήταν η αφορμή της κουβέντας μου με τον Ούγγρο συνάδελφο. Σημείο εκκίνησης το γεγονός ότι, σε μία τελευταία προεκλογική ομιλία του, ο ηττημένος πρώην πρωθυπουργός της Ουγγαρίας είχε εξαπολύσει συστηματική επίθεση στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, σκιαγραφώντας ένα ανατριχιαστικό όραμα για το μέλλον της χώρας – ένα νέο επίπεδο επιθετικότητας στην εκστρατεία του κατά της αλήθειας: δεσμεύτηκε ότι, εάν επιστρέψει στην εξουσία στις εκλογές της 12ης Απριλίου, θα καθαρίσει τη χώρα από «εξαγορασμένους δημοσιογράφους» και «ψεύτικες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών»!..
«Σιγά την ανατριχίλα!» του είπα, και του θύμισα το… επίπεδο επιθετικότητας της καθεστωτικής «Ομάδας Αλήθειας» Μητσοτάκη στην εκστρατεία της κατά της δημοσιογραφικής αλήθειας, και τους παράλληλους βίους ελέγχου και καταστολής των ουγγρικών, των αμερικανικών και των ελληνικών ΜΜΕ από το εξωφρενικά αντισυνταγματικό – αντιδημοκρατικό κυβερνητικό τρίο Όρμπαν – Τράμπ – Μητσοτάκη. Μέχρι χθες, το κόμμα Fidesz του Όρμπαν εκτιμάται ότι ασκούσε άμεσο ή έμμεσο έλεγχο σε περίπου 80% των μέσων ενημέρωσης της Ουγγαρίας, σύμφωνα με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα ενώ, σύμφωνα με αναλύσεις που βασίζονται σε δεδομένα του V-Dem (Ανεξάρτητο ερευνητικό Ινστιτούτο με έδρα το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ), η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην τελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου. Το ίδιο ερευνητικό Ίδρυμα σημειώνει ότι η Δημοκρατία στις ΗΠΑ του Τράμπ βρίσκεται στο χειρότερο επίπεδό της από τη δεκαετία του 1960 και «χαρακτηρίζεται από μια απότομη μείωση της ελευθερίας των Μέσων Ενημέρωσης»…
«Ο Βίκτορ Όρμπαν άνοιξε το δρόμο για τις επιθέσεις του Τραμπ στα μέσα ενημέρωσης», εκτιμά ο πανεπιστημιακός ερευνητής – ιδρυτικός διευθυντής του Εργαστηρίου Κράτους Δικαίου στη Νομική Σχολή του NYU - Amrit Singh, στο πλαίσιο μιας εξαιρετικής ανάλυσής του στον Guardian. Και εξηγεί: τόσο ο Όρμπαν όσο και ο Τραμπ είναι εχθρικοί προς τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους, χρησιμοποιώντας συστηματικά «απανθρωποποιητική» γλώσσα για να αναφερθούν σε αυτούς. Στην Ουγγαρία, ο Όρμπαν έχει χαρακτηρίσει τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης ως «εργοστάσια ψευδών ειδήσεων» και τους δημοσιογράφους – μαζί με τους δικαστές, τους αντίπαλους πολιτικούς και αυτό που αποκαλεί «ψεύτικες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών» – ως «βρωμοέντομα», που πρέπει να εξαλειφθούν. Ο Τραμπ, απ’ την άλλη, έχει επιτεθεί με παρόμοιο τρόπο σε επικριτικά μέσα αποκαλώντας τα διανομείς «ψευδών ειδήσεων» και «εχθρούς του λαού». Έχει εξαπολύσει μισογυνικά επιθετικά σχόλια όπως «γουρουνάκι», «άσχημη» και «ηλίθια» σε γυναίκες δημοσιογράφους.
Κατά τα λοιπά, «Οι δύο ηγέτες αρνούνται την πρόσβαση σε ειδησεογραφικά πρακτορεία, εμποδίζοντας ουσιαστικά την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, γράφει ο Amrit Singh. Τόσο η κυβέρνηση Όρμπαν όσο και η κυβέρνηση Τράμπ, αποκλείουν συστηματικά ανεξάρτητους δημοσιογράφους από κυβερνητικές εκδηλώσεις, συνεντεύξεις Τύπου, κοινοβούλιο και άλλους δημόσιους θεσμούς. Εν όψει, δε, των εκλογών της προηγούμενης Κυριακής, ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν βίαια ενώ κάλυπταν δημόσιες προεκλογικές εκδηλώσεις υποστήριξης του κυβερνώντος κόμματος».
Περίπου ή ακριβώς όπως ο τρίτος της παρέας των μανιακών της κατασταλτικής δράσης κατά της ελευθερίας του Τύπου ηγετών, ο «δικός μας» Κυριάκος Μητσοτάκης, προσθέτω. Θυμίζοντας έτσι, χωρίς…πρόγραμμα, τους συνήθεις αποκλεισμούς των εργαζομένων στα ελάχιστα εναπομείναντα μη ελεγχόμενα ΜΜΕ, ανεξάρτητων ή μη δημοσιογράφων, από την ετήσια πρωθυπουργική συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ. Κι ακόμα, εκείνες τις αήθεις πρωθυπουργικές επιθέσεις κατά δημοσιογράφων με φράσεις του τύπου «γράφετε σαχλαμάρες και ψέματα», καθώς κι εκείνο το ανάρμοστο – έως και κακοποιητικό – «μη μου κουνάς εμένα το δάχτυλο», που είχε εκτοξεύσει κατά της Ολλανδής δημοσιογράφου Ίνγκεμποργκ Μπέουχελ, τότε που, παρουσία του Ολλανδού ομολόγου του Μαρκ Ρούτε, τον είχε «στριμώξει» με τις ερωτήσεις της για την αντιευρωπαϊκή διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος. Και βέβαια τις παρακολουθήσεις δημοσιογράφων με το παράνομο λογισμικό predator και τις διώξεις κατά των ρεπόρτερ – ερευνητών που αποκάλυψαν την εμπλοκή του στο δίκτυο παρακολουθήσεων…
Ωστόσο δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν είναι ο Βίκτορ Όρμπαν που άνοιξε τον δρόμο στον Έλληνα πρωθυπουργό για την μανιοκατασταλτική του δράση κατά της ελευθερίας του Τύπου – όπως έκανε με τον Τράμπ – ή αν γι’ αυτή την πτυχή της πολιτικής διαφθοράς του ευθύνεται το οικογενειακό του DNA. Και φυσικά, μέχρι νεωτέρας, αμφιβάλλω για την προχθεσινή δέσμευση του Πέτερ Μαγιάρ ότι προτίθεται να ιδρύσει «μια νέα αρχή για τα ΜΜΕ που θα διασφαλίζει την ελευθερία του Τύπου». Αντίθετα, πιστεύω περισσότερο τον Ούγγρο συνάδελφο και φίλο μου Μάρτον Π. που θεωρεί ότι «και με τη νέα κυβέρνηση, ο Ουγγρικός Τύπος θα παραμείνει όπως με τον Όρμπαν: αλυσοδεμένος»!..

















