25 Φεβρουαρίου 2017

Ο Μάνος για τον Νίκο Κούνδουρο



Η ζωή μου δεν ήταν ή ζωή ενός μουσικού. Είτανε περισσότερο ή ζωή ενός επικίνδυνου και ανήσυχου νέου, πού ή Μουσική κατάφερε κάπως να τον ηρεμήσει και να τον κάνει «κατ’ επιφάνεια νόμιμον», αφηγείται ο Μάνος Χατζιδάκις σε ένα φωτογραφικό στην κυριολεξία, αυτοβιογραφικό κείμενο, που συνοδεύει την κασετίνα με τους δίσκους της Ρωμαϊκής Αγοράς του. Ο ίδιος το τιτλοφορεί ΕΝΑ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ και, σχεδόν απ’ την αρχή αναφέρεται στη φιλία του με τον Νίκο Κούνδουρο: Εγώ άρχισα από την Λά Γιάνα, πού χόρευε πάνω στους καθρέφτες μαγευτικά το «Πώς λάμπουν τ’ άστρα».



Εκείνη ήταν το μεγάλο άστρο κ’ εγώ ήμουν το μικρό. Μα, ξαφνικά, πέθανε ή Λά Γιάνα και ή Ελλάδα ξεμπέρδεψε βέβαια από τούς Γερμανούς, μα έμπλεξε χειρότερα με τούς δικούς της. Κι εγώ μεταπήδησα από την εφηβεία στην νεότητα… 




 'Ο φίλος μου ό Νίκος Κούνδουρος σπούδαζε γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ανακαλύπταμε μαζί τον Ραντιγκέ, τον Λόρκα, τον Μακρυγιάννη, τα χαμόσπιτα πίσω από τού ΦΙΞ, τα κορίτσια με τις σκιστές φούστες, τον Χάνς Άϊσλερ, τον Πανάίτ Ίστράτι, τον Μενόττι, τον Προκόφιεφ και τον Χαράλαμπο του «Βυζαντίου». Μα όλ’ αυτά ήσαν ύποπτα εκείνον τον καιρό και όποιο πρόσωπο δεν έμοιαζε με χαφιέ, με χαρτοκλέφτη και μπράβο, το επίσημο κράτος τον καταδίωκε και προσπαθούσε να τον εκμηδενίσει. ’Έτσι ό Νίκος Κούνδουρος βρέθηκε στην Μακρόνησο, σ’ αυτόν τον «Παρθενώνα» τού εικοστού αιώνα. Κ’ εγώ προσπαθούσα να δεχτώ την μαγεία της πόλης πού ζούσα, μες’ απ’ την τρομοκρατία και την καταδίωξη κάθε ζωντανού οργανισμού τού ’Έθνους, στο όνομα τού ’Έθνους, της Πατρίδος και της αθανάτου ημών ιστορίας. 
 (……..) 


Νίκος ό Κούνδουρος ξεμπέρδεψε με την «’Ακρόπολη» τού εικοστού αιώνα καί τον στρατό κι’ έτσι με πείσμα και με το σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, γυρίζει την πρώτη του ταινία. Την «Μαγική Πόλη». Κ’ εγώ έγραψα την μουσική. Το θέμα της ταινίας το έκανα τραγούδι το 1963….

Ν.Τ.

21 Φεβρουαρίου 2017

Ο δεύτερος ΣΥΡΙΖΑ - συμβιβασμός


Και μια ανάρμοστη, για τον πολιτικό πολιτισμό της Αριστεράς, απόπειρα κοινωνικού «μασάζ», λίγο πριν τη "συμφωνία" στο Eurogroup 

 Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής      

Καθώς γράφω, στο περιθώριο των λέξεων κάνω σκέψεις που, συνήθως, είναι πιο σημαντικές ή πιο αληθινές από τις λέξεις που γράφω, τη σημασία τους, το νόημα που επιχειρούν να διατυπώσουν. Και, πολλές φορές, δίπλα στις σκέψεις που κάνω στο περιθώριο των λέξεων που γράφω, τρίτες σκέψεις έρχονται και σαρκάζουν ή σχολιάζουν ή αναιρούν ή μέμφονται τις σκέψεις που κάνω στο περιθώριο των λέξεων που, εν τέλει, γράφω κι εσείς διαβάζετε… 

Γράφω, ας πούμε, «το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ», δήλωσε ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Ρήγας. Στο περιθώριο των λέξεων, μια σκέψη μου λέει «ωχ, άρχισαν πάλι οι εκπτώσεις∙ o Γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ προαναγγέλλει κυβερνητική αποδοχή της μείωσης του αφορολόγητου ως «έκπτωση» στο παζάρι με τους δανειστές: τους δίνουμε το αφορολόγητο, μας δίνουν μείωση συντελεστών (ΕNΦΙΑ, ΦΠΑ στην εστίαση κλπ,) και … κλείσαμε». 

Την ίδια στιγμή, μια τρίτη σκέψη σχολιάζει τη δεύτερη: Τι πάει να πει «προαναγγέλλει κυβερνητική αποδοχή της μείωσης του αφορολόγητου∙ μια απόπειρα του κόμματος για κοινωνικό… μασάζ υπέρ της αποδοχής της μείωσης του αφορολόγητου, πριν τη μείωση του αφορολόγητου, είναι η δήλωση «το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ». Και, μάλιστα, με τον απεχθή επικοινωνιακό τρόπο της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, τότε που οι ίδιοι και τα μιντιακά παπαγαλάκια τους μας υπέβαλαν σε τεστ… νομιμοφροσύνης του τύπου «είναι ή δεν είναι το ευρώ φετίχ»…

Έκφραση εκτός χρόνου 

Στο τέλος, σταματάω να γράφω, αφού αντιλαμβάνομαι ότι ξεκίνησα να σχολιάζω μια επικοινωνιακή φιοριτούρα, άσχετη με τον παραδοσιακό πολιτικό πολιτισμό της Αριστεράς (αυτόν που συνιστά το περίφημο «συγκριτικό πλεονέκτημα»), ένα ρητορικό τέχνασμα με το ήθος και την τεχνική των αστικών πολιτικών τεχνασμάτων: «το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ»! Είναι δυνατόν; 

 Αλλά, ακόμα κι αν συνέχιζα να γράφω, θα ήταν πιο σημαντικό να γράψω, να διατυπώσω δηλαδή, τη σκέψη που πέρασε στο περιθώριο των λέξεων που ξεκίνησα να γράφω, από το να γράψω τις λέξεις που ξεκίνησα να γράφω. Τότε θα έγραφα ότι, πράγματι, το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ διότι δεν είναι αντικείμενο, εισόδημα είναι. Ωστόσο μπορεί να λατρεύεται με το πάθος που λατρεύεται από τους φετιχιστές το φετίχ, αφού μπορεί να καθορίζει το βαθμό απόλαυσης της ζωής κάθε φορολογούμενου… 

Αλλά και πάλι, καθώς γράφω ότι «το αφορολόγητο μπορεί να καθορίζει το βαθμό απόλαυσης της ζωής του φορολογούμενου», στο περιθώριο των λέξεων σκέφτομαι ότι αυτή η έκφραση μπορεί να είναι εκτός χρόνου∙ ότι, στο μνημονιακό παρόν, δεν μπορεί το ύψος του αφορολόγητου να καθορίζει «το βαθμό απόλαυσης της ζωής», γιατί απόλαυση δεν υπάρχει – η απόλαυση της ζωής προϋποθέτει στοιχειώδη ευμάρεια και αυτή δεν υπάρχει πια. Με ή χωρίς αφορολόγητο… 

Μια επισφαλής υπόσχεση 

Παραθέτοντας, κάπως έτσι, τις σκέψεις που περνούν στο περιθώριο των λέξεων που γράφω με αφορμή τη δήλωση του Γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ ότι «το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ», και πως «αν μια μείωση διευκολύνει να κλείσει η αξιολόγηση, τότε να το συζητήσουμε», καθώς και τρίτες σκέψεις που την σχολιάζουν ή την σαρκάζουν ή την αναιρούν, θα μπορούσα να γράψω ένα σημαντικό κείμενο για ό,τι ακολούθησε τη συγκεκριμένη δήλωση: τη «συμφωνία» στο Eurogroup της περασμένης Δευτέρας που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, «συνιστά το πλέον αποφασιστικό βήμα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης». Τότε, ίσως έγραφα ότι η «συμφωνία» στο Eurogroup δεν ήταν συμφωνία, αλλά κοινοποίηση της πολιτικής βούλησης της ελληνικής κυβέρνησης για ποιοτικούς και ποσοτικούς συμβιβασμούς στο επίπεδο των φορολογικών, των εργασιακών και των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων. Με βασικό αντάλλαγμα την ολοκλήρωση της αξιολόγησης (και τις αναμενόμενες θετικές συνέπειές της στην ελληνική οικονομία) και… μπόνους τις δεσμεύσεις των δανειστών για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και για κανένα επιπλέον μέτρο το 2019. 

Φυσικά, θα ανέπτυσσα και μια ιδέα που έχω γύρω από την ομόφωνη υπόσχεση θεσμών και κυβέρνησης για μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο («ούτε ένα ευρώ επιπλέον λιτότητα») και την κοινωνική επισφάλεια που η εφαρμογή της εμπεριέχει. Αυτή η ιδέα, σε συνδυασμό με την δήλωση του Γραμματέα του κόμματος («το αφορολόγητο δεν είναι φετίχ» κλπ, κλπ.), θα μπορούσε να αρθρώσει ένα πραγματικά σημαντικό κείμενο, από την άποψη ότι θα απέδιδε τη βαθύτερη αλήθεια του συγγραφέα για την πολιτική και τον πολιτισμό της κυβερνώσας Αριστεράς. 

Αλλά, και αυτή η «αλήθεια» θα μπορούσε να είναι αλήθεια σχετική, ή και ψέμα. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς ότι η αλήθεια κρύβεται στις λέξεις. Ή στις σκέψεις που περνούν στο περιθώριο των λέξεων, καθώς ο συγγραφέας γράφει…

15 Φεβρουαρίου 2017

Σόϊμπλε & ΣΙΑ σε αγαστή συνεργασία


Γερμανία, Ολλανδία και Γαλλία επιμένουν στη στρατηγική της γερμανικής δεξιάς για υπονόμευση μιας αξιολόγησης με θετικό, για την Ελλάδα, πρόσημο. 


Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής   

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να κλείσει τσακ – μπαμ η αξιολόγηση. Με τον τρόπο του Σόϊμπλε: «Ό,τι πει το ΔΝΤ, αρκεί να παραμείνει στο πρόγραμμα…». Που πάει να πεί να μην κλείσει, (ο Τσίπρας αποκλείεται να δεχτεί τέτοιο «κλείσιμο») ώστε να προκληθεί πολιτική κρίση. Και να επωφεληθεί: εκλογές, σχηματισμός δεξιόστροφης κυβέρνησης υπό την προεδρία του, και… τσακ – μπάμ κλείσιμο της αξιολόγησης με τον τρόπο του Σόϊμπλε. «Ό,τι πει το ΔΝΤ, αρκεί να παραμείνει στο πρόγραμμα. Άλλωστε, κατά πάσα πιθανότητα, το ίδιο θέλει και η Μέρκελ. Ή μήπως όχι; 

«Όχι», ελπίζει η Ελληνική κυβέρνηση: «Θέλει η Άνγκελα Μέρκελ να πάει στις γερμανικές εκλογές με το ελληνικό ζήτημα ανοιχτό; Δεν θέλει. Κάποια στιγμή θα παρέμβει», διαρρέει τις… ελπίδες του το Μέγαρο Μαξίμου. Ίδωμεν… Το σίγουρο πάντως είναι πως οι Γερμανοί, τρομοκρατημένοι από τη δημοσκοπική άνοδο της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» και της Φράουκε Πέτρι, επιχειρούν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυό τρυγόνια: σπρώχνοντας τον –συστημικότερο των συστημικών– σοσιαλδημοκράτη Μάρτιν Σούλτς στο πολιτικό προσκήνιο, φιλοδοξούν ότι και τις εκλογές θα κερδίσουν (οι συστημικοί) και θα εξοβελίσουν από το υπουργείο Οικονομικών τον κακό Νιμπελούγκεν της ευρωπαϊκής οικονομίας, τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Γιατί, τώρα τελευταία, φαίνεται πως δεν τον θέλουν ούτε οι συστημικοί ούτε οι (συστημικότεροι των συστημικών) αντι-συστημικοί. 

Ολλανδία και Γαλλία 

Φαίνεται. Αλλά είναι; Διότι πολλοί είναι εκείνοι που λένε ότι Μέρκελ και Σόϊμπλε είναι ένα σώμα – μια ψυχή. Και λένε ότι παίζουν το ασφαλίτικο έργο «ο καλός μπάτσος κι ο κακός μπάτσος» για το προεκλογικό θεαθήναι. Για το οποίο «προεκλογικό θεαθήναι», λέμε εμείς τώρα, γίνονται και λέγονται όλα όσα γίνονται και λέγονται γύρω από την αξιολόγηση του «προγράμματος», εντός και εκτός Ελλάδας, τους τελευταίους δυο – τρείς μήνες. Και μας μεταβάλουν σε μοιραίους και άβουλους θεατές (και κομπάρσους ταυτόχρονα) μιας υπερπαραγωγής πολιτικού θεάτρου του παραλόγου. ‘Όπου η αξιολόγηση (από την οποία εξαρτάται το παρόν και το μέλλον μας καθώς και το παρόν και το μέλλον της χώρας μας) υποτάσσεται στα εκλογικά συμφέροντα του Σοιμπλε. Και της Μέρκελ και του Σούλτς… 

Κι ακόμα, του Εμμανυέλ Μακρόν και του Μαρκ Ρούτε. Γιατί εκλογές δεν έχει μόνο η Γερμανία φέτος. Προηγείται η Ολλανδία, στις 15 Μαρτίου. Εκεί ο κεντροδεξιός Μαρκ Ρούτε κόβει το τιμόνι τέρμα δεξιά, να φτάσει τον ακροδεξιό Χέερ Βίλντερς. Σαν τον Σαμαρά, αν θυμάστε. Που φλέρταρε ανοιχτά με την ακροδεξιά για να δελεάσει το ακροατήριο της Χρυσής Αυγής. Ο Βίντερς όμως, έχει φύγει μπροστά στις δημοσκοπήσεις και οι… ομοϊδεάτες του ανά την Ευρώπη πιστεύουν ότι οι κάλπες θα αναδείξουν τον πρώτο ακροδεξιό πρωθυπουργό της Ευρωπαϊκής Ένωσης – και μάλιστα σε μια χώρα του σκληρού πυρήνα της. 

Οι Γάλλοι τώρα, που προσέρχονται στις κάλπες στις 23 Απριλίου για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ψηφίζουν Μαρίν Λεπέν. Στον δεύτερο γύρο, όμως, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως οι ψηφοφόροι θα κλίνουν υπέρ της συστημικής αοριστολογίας του μεγαλοτραπεζίτη Εμμανυέλ Μακρόν, του (νέο)φιλελεύθερου κεντροαριστερού, που δεν έχει αποκαλύψει ακόμη ούτε το ιδεολογικό του στίγμα ούτε το πρόγραμμά του. Ίσως να φταίει και ονομασία του κόμματος του – En Marche!, Εμπρός!– που θυμίζει στρατιωτικό εμβατήριο ακροδεξιάς φιέστας… 

Συστημικός λαϊκισμός 

«…Δεν μπορεί ο κ. Σόιμπλε να κρατάει σε ομηρία την Ελλάδα και μια ολόκληρη ήπειρο για εκλογικούς λόγους», επαναλαμβάνει διαρκώς ο Τζιάνι Πιτέλα, και αυτό είναι κάτι που εκφράζει απολύτως την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο αν σ’ αυτούς που, για εκλογικούς λόγους, κρατούν σε ομηρία την Ελλάδα και μια ολόκληρη Ήπειρο προσθέσουμε και τους Μαρκ Ρούτε και Εμμανυέλ Μακρόν. 

Ας το πούμε πιο καθαρά: Γερμανία, Ολλανδία και Γαλλία, κινούνται στη στρατηγική Σόϊμπλε (που είναι η στρατηγική της γερμανικής δεξιάς) για την πολύτροπη υπονόμευση μιας άμεσης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης με θετικό πρόσημο για την κυβέρνηση Τσίπρα, την Ελλάδα και τους Έλληνες: επιδιώκουν την επ’ αόριστον παράταση της μνημονιακής ομηρίας των Ελλήνων προκειμένου να την «πουλήσουν» ως ηγεμονικό λάφυρο στην εκλογική τους πελατεία: «Γερμανίδες και Γερμανοί, Ολλανδέζες και Ολλανδοί, Γαλλίδες και Γάλλοι είμαστε οι ηγεμόνες της Ευρώπης. Το «σύστημα» είμαστε, και δίνουμε τη μάχη να διατηρήσουμε τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο ώστε να παραμείνουν οι χώρες μας στην πρώτη ευρωζωνική ταχύτητα και σεις στην προνομιούχο ευμάρειά σας»… 

Κάπως έτσι… Και το τραγικό είναι ότι σ’ αυτή την τερατωδώς λαϊκιστική και άκρως αντιευρωπαϊκή και ανθελληνική στρατηγική, χωρίς περίσκεψη και αιδώ, κινείται και ένας Έλληνας: ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης.

8 Φεβρουαρίου 2017

Απ' τον πολίτη Κέϊν στον Σταύρο Ψυχάρη


Το φαινόμενο της «συγκέντρωσης των Μέσων» και η εξέλιξή του, από τον πολίτη Κέϊν ως τον… Σταύρο Ψυχάρη 

Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής   

Η αλήθεια είναι ότι η απρόσκοπτη «συγκέντρωση των Μέσων» στα χέρια μεγιστάνων ή τσαρλατάνων (χαρακτηρισμοί ταυτόσημοι, εν πολλοίς) της αγοραίας επιχειρηματικότητας, υπήρξε ο καταλύτης για τον έλεγχο της πολιτικής απ’ τα Μέσα, και των Μέσων απ’ την πολιτική. Για την περίφημη «διαπλοκή», δηλαδή. 

Ο Αμερικανός Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ ήταν ένας απ’ τους πρώτους διδάξαντες. Τον καθόριζε, λέει, μια ακατάσχετη δίψα για εξουσία, και αποφάσισε να … ξεδιψάσει μέσω της σκανδαλοθηρικής δημοσιογραφίας: στα 23 του ήταν ήδη διευθυντής της San Francisco Examiner, την οποία είχε κερδίσει ο πατέρας του στο στοίχημα, ή κάτι τέτοιο. Αμέσως την μετονόμασε σε Daily Examiner και, εισάγοντας στη δημοσιογραφία την τεχνική του εντυπωσιασμού (καλογραμμένα καυστικά άρθρα, με γερές δόσεις στυγνής μυθοπλασίας, γύρω από σκάνδαλα, εγκλήματα και σεξιστικά επεισόδια της εποχής), ανέβασε την κυκλοφορία της εφημερίδας του από τις 77.000 στο 1.000.000 φύλλα ημερησίως. Απέκτησε δε τέτοια επιρροή, που φημολογείται ότι «τα αναληθή και υπερπατριωτικά δημοσιεύματά του στάθηκαν αφορμή για το ξέσπασμα του ισπανοαμερικανικού πολέμου το 1898»…  
Το σίγουρο είναι ότι ο τύπος έγινε μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων (1902-1904) και ότι, στη δεκαετία του 1920, ήταν ιδιοκτήτης 20 καθημερινών και 11 κυριακάτικων εφημερίδων σε 13 πόλεις, έξι περιοδικών, ενός ειδησεογραφικού πρακτορείου και μιας εταιρείας παραγωγής κινηματογραφικών «επικαίρων». Κι ακόμα, ότι ήταν η ζωή του Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ που ενέπνευσε τον Όρσον Ουέλες να γράψει και να σκηνοθετήσει το κινηματογραφικό αριστούργημα «Πολίτης Κέϊν». 

Ο μικρός Μέρντοχ 

Η «συγκέντρωση των Μέσων» κλιμακώνεται στη διάρκεια του 20ου αιώνα και, μεταξύ άλλων, αποδίδει το φαινόμενο Μέρντοχ, το φαινόμενο Μπερλουσκόνι και… δέκα μικρούς Χιρστ, δέκα μικρούς Μέρντοχ και δέκα μικρούς Μπερλουσκόνι. Οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι… Έλληνες.

Υπερβάλλοντας, φυσικά, αναφέρομαι στην τερατωδώς δυσανάλογη προσφορά (έκδοση και κυκλοφορία) ΜΜΕ, σε σχέση με το πληθυσμιακό μέγεθος της χώρας και την προσδόκιμη – πόσο μάλλον την πραγματική – ζήτηση: ο μεγιστάνας των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοχ, πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της News Corporation, είναι ιδιοκτήτης μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας που περιλαμβάνει πολυάριθμους ιστοτόπους (IGN Entertainment, AskMen, Rotten Tomatoes κλπ. κλπ.) μεγάλο αριθμό εφημερίδων, όπως η New York Post στις ΗΠΑ και οι Times στην Αγγλία, ενώ κατέχει ένα πλήθος τηλεοπτικών σταθμών μεταξύ των οποίων το δίκτυο Fox News. Ο Μέρντοχ μπήκε τρεις φορές στην ετήσια λίστα του περιοδικού Time με τα 100 πρόσωπα που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως, εκτιμήθηκε ως ο 13ος ισχυρότερος άνθρωπος στον κόσμο σύμφωνα με το περιοδικό Forbes . Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Τόνι Μπλερ ήταν κολλητός φίλος του (υπάλληλός του, λένε οι Άγγλοι) και η περιουσία του εκτιμάται στα 6,3 δις δολάρια. 

Ένας απ’ τους Έλληνες… δέκα μικρούς Μέρντοχ, ο Σταύρος Ψυχάρης, πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΟΛ (Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη) είναι ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης από τις δεκάδες μικρές… αυτοκρατορίες Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης της χώρας μας. Αυτή περιλαμβάνει το ΒΗΜΑ της Κυριακής, ΤΑ ΝΕΑ, την ψηφιακή εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, πολλά περιοδικά, την διαδικτυακή πύλη in.gr., τον ραδιοσταθμό ΒΗΜΑ FM, συμμετοχή στην εκτυπωτική ΙΡΙΣ ΑΕΒΕ και στην εταιρία διανομής Τύπου ΑΡΓΟΣ ΑΕ. Και, βέβαια, στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA CHANNEL και τα STUDIO ΑΤΑ AE… 

Το τείχος ΣΥΡΙΖΑ 

Δεν «είναι», ήταν… Και ήταν κολλητός του Αντώνη Σαμαρά, του Κυριάκου Μητσοτάκη και κάθε πολιτικού ηγέτη και τραπεζίτη που τού… καθόταν, στο απώτερο και στο πρόσφατο παρελθόν. Στο παρόν, έπεσε στο τείχος ΣΥΡΙΖΑ και έφαγε τα μούτρα του, που λέει ο λαός: έπρεπε να βρεθεί μια αριστερή κυβέρνηση, η κυβέρνηση Τσίπρα, σε μια μικρή χώρα του «πολιτισμένου κόσμου», την Ελλάδα, για να κλείσουν οι τραπεζικές κάνουλες που τροφοδοτούσαν με… «αέρα», δανεικό κι αγύριστο, τη φούσκα ΔΟΛ. Που δεν ήταν παρά μία από τις εκατοντάδες διαπλανητικές φούσκες «συγκέντρωσης ΜΜΕ» στα χέρια μεγιστάνων ή τσαρλατάνων (χαρακτηρισμοί ταυτόσημοι, εν πολλοίς) της αγοραίας επιχειρηματικότητας∙ οι οποίοι διαχρονικά απεργάζονται τον έλεγχο της πολιτικής απ’ τα Μέσα και τον έλεγχο των Μέσων απ’ την πολιτική, την περίφημη «διαπλοκή»… 

Έτσι η «αυτοκρατορία ΔΟΛ» (που δεν ήταν παρά η «φούσκα» ΔΟΨ) κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος, την ώρα που ο «μικρός Μέρντοχ» (ή Χίρστ ή Μπερλουσκόνι) Σταύρος Ψυχάρης, έστριβε δια της μεθόδου της εκκαθαρίσεως με… τραπεζική ομπρέλα. Αφήνοντας πίσω του ένδοξα και άδοξα δημοσιογραφικά συντρίμμια: πάνω από πεντακόσιοι υπέροχοι, ή καλοί, ή κακοί συνάδελφοι, ανεξόφλητοι, χωρίς αποζημίωση, στην κόλαση της ανεργίας. Καλή τύχη…

1 Φεβρουαρίου 2017

Ο Τσίπρας στον κόσμο της μετάαλήθειας


Όταν οι νεοφιλελεύθεροι «εφευρέτες» της "μετά - αλήθειας"   υποδύονται ότι την ανακαλύπτουν στην προπαγάνδα της διεθνούς των… λαϊκιστών 

Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής

Λοιπόν, που λέτε, έκανα ένα τεστ μνήμης για να τσεκάρω τις εικόνες που εγγράφονται στη μνήμη των ανθρώπων από εβδομάδα σε εβδομάδα και μου πρόκυψε το χάος. Ένα άναρχο και τραγικά δυσεπίλυτο πάζλ έγχρωμων τηλεοπτικών και ιντερνετικών εικόνων (web TV, YouTube, Instagram, κλπ., κλπ.,) και λέξεων… Λέξεις ελληνικές, αγγλικές, ισπανικές, γερμανικές, σε μια χαοτική αλληλουχία ειδήσεων, ρεπορτάζ, άρθρων, αναλύσεων και σχολίων στις εφημερίδες και στα social media. 

Όλα αυτά μέσα σε ένα κομφούζιο ακατάσχετου προφορικού λόγου στα ραδιοφωνικά και τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, και στις ενημερωτικές εκπομπές: ένας φρικτός σκουπιδότοπος πολιτικών και κοινωνικών ψεμάτων, η χωματερή της «μετά – αλήθειας», παραγεμισμένη με πολτοποιημένα κομμάτια κι αποσπάσματα της ζωής μας – της ζωής των ανθρώπων γύρω μας, σε μια έκταση ίσαμε την περιφέρεια του Πλανήτη. «Αυτή είναι η ζωή μας;», ρώταγα στο τέλος... 

Ερώτηση μάλλον άλογη, συναισθηματική ίσως, καθώς θεωρούμε ή πιστεύουμε, ή θέλουμε να πιστεύουμε, πως η ζωή μας είναι διαφορετική: αυτό δα μας έλειπε, να κατοικούμε σ’ αυτόν τον εφιαλτικό ψηφιακό σκουπιδότοπο, να μην είμαστε παρά πολτοποιημένα πληροφορικά ράκη – απολειφάδια της κοινωνίας της πληροφορίας: η ψηφιοποίηση της πληροφορίας και η διάχυση της μέσω των ηλεκτρονικών δικτύων στον τελικό χρήστη την καθιστά ως το σημαντικότερο συστατικό στοιχείο του νέου μοντέλου κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης…  

Όμως εμείς, οι περισσότεροι εν πάση περιπτώσει από εμάς νομίζουμε –ή συνειδητά υποδυόμαστε– πως ζούμε τη ζωή που μας προσφέρθηκε: Γέννηση, βάπτιση, σχολείο, στρατός, εργασία, γάμος, παιδιά, σπίτι – δουλειά – σπίτι – δουλειά…. Κηδεία. 

 Διαδικτυακό χάος 

Σ' αυτό το άγραφο «πρωτόκολλο» ζωής, είχε δικαίωμα και υποχρέωση μαζί, καθένας από εμάς ξεχωριστά, να παρεμβαίνει αισθηματικά, «αισθητικά». Να χρωματίζει τη ζωή του -κι αν έχει απόθεμα «χρωμάτων - τη ζωή των άλλων, τη ζωή μας, τη ζωή… Κι αυτοί που παραδοσιακά χρωμάτιζαν τη ζωή μας ήταν οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, οι θεατρίνοι, οι χορευτές, οι λογοτέχνες, οι ποιητές της τέχνης, γενικώς. 

Μέχρι που μπήκε στο παιχνίδι των χρωμάτων η τηλεόραση και, με το φαύλο εκτόπισμά της, τους εκτόπισε, αρκούντως… Κι ύστερα το διαδίκτυο, ο «κυβερνοχώρος», η κοινωνία της πληροφορίας, ένα χαοτικό και άκρως δυσεπίλυτο πάζλ έγχρωμων τηλεοπτικών και ιντερνετικών εικόνων (web TV, YouTube, Instagram, κλπ, κλπ,) και λέξεων∙ στη θέση του «αγγελικού μεταϋλιστικού κόσμου» που επαγγέλονταν οι ήρωες και οι προφήτες του προοδευτικού κόσμου: «Από τη μια μεριά η επαγγελία ενός μεταϋλιστικού κόσμου δεν πραγματοποιήθηκε, για λόγους τελικά παρόμοιους με εκείνους που εξηγούσε ο Ρουσό. Οι ανάγκες είναι πάντοτε σχετικές. Επιθυμούμε διαρκώς να γίνουμε πλουσιότεροι, επειδή έτσι ελπίζουμε ότι θα βελτιωθεί η θέση μας στην κοινωνία. Στο πεδίο της παραγωγής, η ιδέα ότι η κάθετη οικονομική ιεραρχία θα εξαλειφόταν προς όφελος της κοινωνίας της πληροφορίας δεν επιβεβαιώθηκε όπως είχε προβλεφθεί» και… 

Πολιτική με tweets 

Καλώς ήλθατε στον κόσμο της «μετά – αλήθειας»: η κάθετη οικονομική ιεραρχία όχι μόνο δεν εξαλείφθηκε προς χάριν της κοινωνίας της πληροφορίας, αλλά την εξαχρείωσε. Και, ειδικά στο πεδίο της πολιτικής επικοινωνίας και της ενημέρωσης, την μετάλλαξε σε κοινωνία του ψέματος, την κοινωνία της «μετά – αλήθειας: η λέξη «μετά – αλήθεια» είναι η λέξη της χρονιάς, σύμφωνα με το Oxford Dictionary και σημαίνει την πολιτική ρητορική/πρακτική που αγνοεί την αλήθεια και βασίζεται σε μια προσωπική, ενίοτε εντελώς πλαστή, εκδοχή της πραγματικότητας. Σύμφωνα με το ίδιο πάντα λεξικό, η λέξη απηχεί την εξαιρετικά φορτισμένη διεθνή πολιτική ατμόσφαιρα που «κυρίως οφείλεται στη διχαστική προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ και στο δημοψήφισμα για το Brexit»… 

Εγκυκλοπαιδικές αποστασιοποιήσεις… Στην πραγματικότητα, ο όρος «μετά – αλήθεια» εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και συνδέθηκε εξαρχής με την πολιτική επικοινωνία και την ενημέρωση, ειδικά μέσω του Διαδικτύου. Σημαίνει τη διάλυση των γεγονότων και των ειδήσεων και την αυθαίρετη επιλογή και προβολή αποσπασμάτων τους, συνδεδεμένων με ανυπόστατες (κατασκευασμένες ή και εντελώς ψευδείς) θεωρίες, με τρόπο ώστε να στοιχειοθετούν ψυχολογικές βεβαιότητες στο επίπεδο της κοινής γνώμης. Και συμβαίνει (εφαρμόζεται από το διαπλεκόμενο μιντιακό σύστημα) στη χώρα μας, ως επικοινωνιακό παρακολούθημα στήριξης των μνημονιακών κυβερνήσεων, κλιμακούμενο από την περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά σε μια διαδικασία που τελείται προνομιακά απ’ τα social media (μονταζιέρες, μουρούτηδες, κλπ. κλπ.) κυρίως εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. 

Τώρα, οι «εφευρέτες» και πρώτοι διδάξαντες το πολιτικό ψεύδος, οι συστημικοί – νεοφιλελεύθεροι Ευρωπαίοι, υποδύονται ότι ανακάλυψαν την «μετά – αλήθεια» στην προπαγάνδα της διεθνούς των… λαϊκιστών Τραμπ και Πούτιν. Να δεις που κάποτε θα μας πούνε και για… Τσίπρα.