27 Ιουνίου 2013

Τα μεγάλα ΝΑΙ και τα μεγάλα ΟΧΙ


 
Κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ μου εμπιστεύτηκε την απαισιοδοξία του για το μέλλον της δικομματικής κυβέρνησης και τη δυσφορία του για την συμμετοχή του κόμματός του σ’ αυτήν. Τον ρώτησα τι, κατά την γνώμη του, ανάγκασε τον Ευ. Βενιζέλο να συμπορευτεί ως το τέλος με το ακροδεξιό σύστημα Σαμαρά. Μου απάντησε με ένα πονηρό χαμόγελο.

-Ξέρω, φταίνε οι ανειλημμένες υποχρεώσεις του, προσπάθησα να τον… διευκολύνω να γίνει ομιλητικός.

-Αγαπητέ μου, στην εποχή μας είναι εξαιρετικά δύσκολο, ακόμα και για τον πιο χαρισματικό πολιτικό, να πει το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι, μου απάντησε σιβυλλικά…

Αναπόφευκτα συνέδεσα τον χρησμό αυτό με την αδυναμία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να πει ένα καθαρό ΟΧΙ (ή και ένα καθαρό ΝΑΙ)  στα διαπλεκόμενα συμφέροντα των οποίων, ως γνωστόν, αποτελεί οργανικό μέλος: την οικονομική και μιντιακή ελίτ που διαχρονικά στηρίζει – για να τον – και τον στηρίζει.

Ανάλογη είναι η αδυναμία του Αντώνη Σαμαρά να πει ένα καθαρό ΟΧΙ (ή ένα καθαρό ΝΑΙ) στο σύστημα Μέρκελ, του οποίου (από τότε που πήρε το πρωθυπουργικό χρίσμα) αποτελεί οργανικό μέλος και το υπηρετεί∙ και εκείνο τον στηρίζει. Και, ακόμα πιο επώδυνη είναι η αδυναμία της Ε.Ε. να πει το μεγάλο ΟΧΙ στην παρανοϊκή και εγκληματική δικτατορία των Αγορών…   

         

  Η σταδιακή απώλεια της Δημοκρατίας  

 

Η άρνηση είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, η πλέον  πολυτελής λειτουργία στο πλαίσιο της Δημοκρατίας. Τόσο πολυτελής, όσο η ρήξη, όσο η επανάσταση. Είναι φυσικό, λοιπόν, να μην χωράει εύκολα στην εφαρμοσμένη πολιτική, που είναι  μια λειτουργία ευτελής, μια διαδικασία. Πολλές φορές δε, γίνεται τόσο ευτελής, όσο η διαχείριση πολιτικών πραγμάτων ή καταστάσεων, από οικονομικά πράγματα ή καταστάσεις. Όπως στην σημερινή Ευρώπη, στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ειδικά στη χώρα μας όπου η Δημοκρατία ψυχορραγεί, καθώς οι ηγεμόνες της ευρωζώνης έχουν μετατοπίσει την έδρα της νομιμότητας, από το Σύνταγμα και το Κοινοβούλιο στην Επιχείρηση, στις Τράπεζες, στις Αγορές.

Πιο συγκεκριμένα το θέτει ο Νόαμ Τσόμσκυ*: Βιώνουμε τη σταδιακή απώλεια της Δημοκρατίας. Η αντιπροσώπευση εξαντλείται – στην Ευρώπη προσφάτως, ενώ στις ΗΠΑ σχεδόν εξ υπαρχής – στην εκπροσώπηση οικονομικών συμφερόντων: μόλις το 1/10 του 1%, στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας, καταφέρνει να παίρνει αυτό που θέλει. Αυτό σημαίνει πως καθορίζει την πολιτική. Έτσι η Δημοκρατία μετατρέπεται σε πλουτοκρατία», με συνέπεια να παρατηρείται μία συνεχής "παρακμή των δικαιωμάτων των πολιτών. (……) Στις ευρωπαϊκές χώρες της κρίσης, άλλωστε, οι εκλογές δεν παίζουν πια σχεδόν κανέναν ρόλο, ακριβώς όπως και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου που διοικούνται από διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα... 

  


Η άρνηση ως θέληση δύναμης

 

Αλλά και όταν η πολιτική ασκείται ως πολιτική, ως θεώρηση δηλαδή των πολιτικών προβλημάτων με στόχο την εφικτή λύση τους, η άρνηση, όταν εκδηλώνεται, εκδηλώνεται στα πλαίσια του εφικτού. Είναι άρνηση-θέση, ή ακόμα και άρνηση-κατάφαση…

Κατά τον Νίτσε, η άρνηση εκδηλώνεται ως θέληση δύναμης και μπορεί να θέσει σε κίνηση όλη την ανθρώπινη Ιστορία. Θέληση δύναμης, που μπορεί να μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε υπεράνθρωπο.

Για τον Φρόιντ, η άρνηση είναι η εκδήλωση των δυνάμεων της ζωής που επιθυμούν να αρνούνται οτιδήποτε αντιτίθεται σ’ αυτές.

Κατά τον Χέγκελ, η άρνηση εξακολουθεί να δρα σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία, παράγοντας το καινούργιο, κάθε φορά το καινούργιο.

Ο Μαρξ αντιλαμβάνεται την άρνηση ως άρνηση της εργασίας, η οποία πολεμά τη φύση και τους ανθρώπους, δημιουργεί τον αλλοτριωμένο από τις ανθρώπινες και κοινωνικές αφθονίες κόσμο: η ανθρωπότητα, λοιπόν, οφείλει να οικειοποιηθεί αναλογικά (κολεκτιβίστικα) αυτόν τον κόσμο ύστερα από την κατάργηση της περιουσίας και της γραφειοκρατικής τάξης των υπαλλήλων του κράτους, πράγμα που θα επιτρέψει στη δημιουργική πολυδραστηριότητα των ανθρώπων να αναπτυχθεί υλιστικά και πνευματικά, σαν παιχνίδι…

 

Το «Χεγκελιανό» ΟΧΙ του ΣΥΡΙΖΑ

 

Ωστόσο, η πίεση που υφιστάμεθα είναι ασφυκτική, η ευρωζωνική τυραννία μας συνθλίβει, κάποιος πρέπει να βγει μπροστά, να πει το μεγάλο ΟΧΙ στο απολυταρχικό σύστημα εξουσίας του Βορά που σκλαβώνει τον Νότο . Θα είμαστε δε εξαιρετικά ευτυχείς αν οι συσχετισμοί επέτρεπαν, να αρθρωθεί το Μαρξιστικού τύπου ΟΧΙ , «η άρνηση που επιτρέπει στη δημιουργική πολυδραστηριότητα των ανθρώπων να αναπτυχθεί υλιστικά και πνευματικά, σαν παιχνίδι». Όμως, στο τωρινό καπιταλιστικό σύμπαν, αυτό είναι αδύνατον, θα έμοιαζε με επένδυση στην απόλυτη ουτοπία…

Αν θέλουμε όμως μπορούμε, μπορούμε να πούμε ένα ΟΧΙ, εκείνο της Χεγκελιανής άρνησης «που δρα στην παγκόσμια ιστορία παράγοντας το καινούργιο, κάθε φορά το καινούργιο». Αλλά κι αυτό διόλου εύκολο δεν είναι: στο σημερινό νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύμπαν, το παιχνίδι της πολιτικής είναι, κατά συνθήκη, ένα στημένο παιχνίδι. Τις περισσότερες φορές βρώμικο, λίγες φορές καθαρό, αλλά ποτέ τόσο καθαρό όσο η απόλυτη θέση ή η απόλυτη άρνηση. Γι αυτό και τα  μεγάλα ΟΧΙ – όπως και οι πολιτικοί ηγέτες που έχουν το σθένος να τα αρθρώσουν – είναι είδη υπό εξαφάνιση, ιδιαίτερα στην πολιτική περιοχή της Ευρωζώνης.

Μόνη εξαίρεση ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο μόνος ευρωπαϊκός πολιτικός οργανισμός που τόλμησε να αρθρώσει «το ΟΧΙ που δρα παράγοντας το καινούργιο». Ένα ΟΧΙ που, πέρα από την (αναμενόμενη και ως καταλυτική) επίδρασή του στην εξέλιξη των ελληνικών πολιτικοοικονομικών και κοινωνικών πραγμάτων, ανοίγει το δρόμο για τη διαμόρφωση, «στην εποχή της αποδόμησης του ιστορικού συστήματος στο οποίο ζούμε, μιας νέας αριστερής ιδεολογίας*». Μιας κοσμοθεωρίας (μιας αντισυστημικής πολιτικής πλατφόρμας) που στοχεύει στην αποτροπή της αποικιοποίησης των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, την οικονομική και πολιτική απελευθέρωσή των ευρωπαίων δουλοπαροίκων (όλων υμών) και «*την εδραίωση ενός συστήματος που κατά κύριο λόγο θα εννοεί την κοινωνική ισότητα και θα είναι δημοκρατικό: εξαρτάται από το εάν αυτοί που σχεδιάζουν αυτή την έκβαση είναι ικανοί να συστηματοποιήσουν από κοινού μια ουσιαστική στρατηγική πολιτικής αλλαγής…»

 

* Από ομιλία του Νόαμ Τσόμσκι σε εκδήλωση του Global Media Forum της DW στη Βόννη.

 

**Immanuel Wallerstein, «Μετά τον Φιλελεφθερισμό» (Εκδόσεις Ηλέκτρα 2004)

 

*** Immanuel Wallerstein, Μετά τον Φιλελεφθερισμό (Εκδόσεις Ηλέκτρα 2004)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: