17 Οκτωβρίου 2012

Τα χρώματα της Αλίκης Βουγιουκλάκη

Ο κινηματογράφος Rex στην κεντρική Πλατεία του Πύργου Ηλείας.1959 - 1960 

   Θα σας πω μια ιστορία παιδική, διόλου σοβαρή, αστεία ιστορία. Μια ιστορία απ’ εκείνες που κρατώ σφιχτά να μην τις χάσω και χαθώ στην καταθλιπτική σοβαροφάνεια που πνίγει τους πολλούς. Είναι μια ιστορία άκρως φωτεινή, σαν τις δικές σας ιστορίες τις παιδικές, για θαυμαστά συμβάντα, λαμπερά, πράγματα που έκαναν τα παιδικά σας μάτια να λαμποκοπούν, να αστράφτουν. Τότε στη χώρα μας ήταν ασπρόμαυρη η ζωή. Σαν τις ελληνικές ταινίες στο «Πάνθεον», και στο «Rex», τα σινεμά της πόλης. Χρώμα είχαν μόνο τα δέντρα, τα πουλιά, ο ουρανός, η θάλασσα τ' αστέρια...
   Ήμουν στην τελευταία τάξη του Δημοτικού – την πρώτη Γυμνασίου, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο πως η είδηση που ήρθε στη μικρή μας πόλη ήταν μαγική: Η πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία, μια υπερπαραγωγή της «Φίνος Φιλμ», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, προβάλλεται από Δευτέρα στον κινηματογράφο «Πάνθεον»... 

 Λοιπόν, που λέτε, αυθορμήτως μαζευτήκαμε, θυμάμαι, τα παιδιά, η χάρη μου και οι δύο αδελφές μου οι πιο μικρές, στην κρύπτη μας την παιδική, στο περιβόλι, δίπλα στο πηγάδι. «Θα πάμε, σιγά μη χάσουμε τα χρώματα της Αλίκης», αποφασίσαμε… ομόφωνα: «φυσικά κρυφά απ’ τους γονείς μας – δεν μας άφηναν ακόμα τότε να πάμε σινεμά – μα που θα βρούμε τα λεφτά; Και οι καρδιές μας άρχισαν να χτυπούν τρελά, παράνομα, μόλις το όνειρο άρχισε να κτίζεται,, να παίρνει σάρκα και οστά. 
    
Την άλλη μέρα, μες στη σάκκα μου, δίπλα στα σχολικά βιβλία, είχα δέκα ατσαλάκωτους Μικρούς Ήρωες. Και κλέβοντας μία ώρα απ' το σχολείο, κάνοντας τον άρρωστο, πήγα στο στιλβωτήριο που πρακτόρευε τα περιοδικά και έκανε ανταλλαγές και αγοραπωλησίες (Μικρούς Ήρωες, Γκαούρ – Ταρζάν, Υπεράνθρωποι, Μάσκες), πέντε τεύχη παλαιά - ένα καινούριο. Έβγαλα τους Μικρούς μου Ήρωες από τη σάκκα και παρακάλεσα το αφεντικό να τα αγοράσει. «Αυτή τη φορά, θέλω λεφτά και όχι ανταλλαγή», του είπα φοβισμένα. Εκείνος φάνηκε πως κατάλαβε, χαμογέλασε, πήρε τους Μικρούς Ήρωες και με πλήρωσε: ένα πενηνταράκι τον καθένα. Πέντε δραχμές!.. Πήρα με ανακούφιση τα λεφτά και τα 'κρυψα στην κολότσεπη. Αργότερα, στη... σύσκεψη, στην κρύπτη μας την παιδική, η μικρότερη αδελφή μου, κλαίγοντας από τις τύψεις, ομολόγησε την… καλή είδηση: έκλεψα από την τσάντα της μαμάς δέκα δραχμές! Τέλεια… 
   Δευτέρα απόγευμα, το σκάσαμε απ’ το σπίτι σαν κλέφτρόνια – που ήμαστε! Και τρέχοντας απνευστί τον χωματόδρομο που οδηγούσε στην πόλη φτάσαμε στην κεντρική πλατεία της όπου δέσποζε ο κινηματογράφος «Rex». Βγάλαμε εισιτήρια, μπήκαμε στην αίθουσα, καθίσαμε στα βελουδένια κόκκινα καθίσματα και περιμέναμε με λαχτάρα το καμπανάκι της έναρξης...


   Κι έγινε σκοτάδι. Κι ύστερα οι ακτίνες του προβολέα ξεχύθηκαν από τη μουσούδα της μηχανής προβολής σαν οριζόντιο ουράνιο τόξο. Και η οθόνη γέμισε χρώματα μοναδικά, χαρούμενα, εκτυφλωτικά, σινεμασκόπ: χρυσό της νιότης στα μαλλιά, ροζ της χαράς στα χείλη και κόκκινο βαθύ της έξαψης στις παριές, χρώμα - καθρέφτης του πρωτάρη έρωτα ενός σπαθάτου αγοριού, για το ομορφότερο, το πιο λαμπρό αστέρι της ζωής του… 
   Και το κορίτσι να γελά μ' αυτό το γέλιο το τσαχπίνικο, το λυγερό, που λαχταρά ζωή. Και να ρισκάρει, να εισχωρεί στο άντρο των ανδρών, το Ναυτικό, για να εισπράξει απ' τον καλό της μια αγκαλιά κι ένα φιλί: τη λέγανε Αλίκη και ήταν αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια στη χώρα των θαυμάτων μας... 
   Γυρίσαμε στο σπίτι αργά και φάγαμε το ξύλο της χρονιάς. Όμως το περιμέναμε ως… ευπρόσδεκτο κακό, γι αυτό όταν τέλειωσε γελούσαμε κρυφά. Τι είναι δυο – τρεις μπάτσες ως αντίτιμο για τ’ όνειρο που έζησε ένα παιδί; Άλλωστε, το γνωρίζαμε από πριν, η Αλίκη μας το είχε πει… ασπρόμαυρα: Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο…

Χρονογράφημα του Νίκου Τσαγκρή (Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ τότε που πέθανε η Αλίκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: