10 Οκτωβρίου 2012

Γράμμα απ’ τον Μανώλη Ρασούλη...

 (και μια κατόπιν εορτής απάντηση…) 

Μια μέρα βρήκα κάτι γράμματα του Ρασούλη, ξεχασμένα σ’ ένα φύρδην – μίγδην συρτάρι. Πραγματικά ξεχασμένα, καθόλου δεν θυμόμουν ότι είχα αλληλογραφία μαζί του. Ξαφνιάστηκα λοιπόν και χάρηκα μ’ αυτά τα γράμματα σαν να τα λάβαινα εκείνη τη στιγμή – από τον άλλο κόσμο ίσως; Κι άρχισα να τα ανοίγω με περιέργεια να μάθω τι συμβαίνει… 
Τα γράμματα περιείχαν… άλλα γράμματα, που πάει να πει κείμενα του Μανώλη περί παντός του καλλιτεχνικού, πολιτικού και φιλοσοφικού επιστητού, προς δημοσίευσιν. Κείμενα γραμμένα με το αγαπημένο, ρασουλικό που το λέγαμε, στυλάκι του Μανώλη. Στο καπάκι, τα γράμματα που περιείχαν άλλα γράμματα, είχαν μέσα κι ένα μικρότερο γράμμα. Γράμμα… πικραμένο, απευθυνόμενο προς τον παραλήπτη και εντεταλμένο διαχειριστή του περιεχομένου του μεγάλου γράμματος. Κάτι σαν κι αυτό: 

Φίλε Νίκο γεια τι γένεται; Σε διάβασα προχθές και έγραφες με το γνωστό συμπαθητικό βαριεστημένο ύφος σου ότι τρείς απ’ το ελληνικό τραγούδι σούρχονται στο μυαλό, η Ευτυχία ο Βίρβος και ο Λ. Παπαδόπουλος. Φυσικά δημοκρατικό δικαίωμα σου, και οι τρεις είναι κλασσικοί. Απλώς μετά είπες για το βιβλίο του Παπαδόπουλου όπου παίζανε γκαζές κι άλλα χωμάτινα παιχνίδια. Δεν σε παίζω Νίκο γιατί κι εγώ γράφω για σβούρες, γυαλένια, ντελί ματζάκι (!). Επίσης, ο Καρούζος ο που μας πέθανε, μούλεγε συχνά στο μπαρ Ράμπα: με γυάλινα ασανσέρ ο Λευτεράκης ρε Ρασούλη; Κι ήταν φίλος του, Λευτεριστής. Ρε Νίκο μπας και είσαι Λευτεριστής Σταλινικός; Αγάπα τους φίλους σου με τα ελαττώματα τους, οπότε κι εσένα σ’ αγαπώ με όλα σου. Tι κάνουν τα τραγούδια σου; Εσύ ήσουν γεννημένος ρεμπέτης σε μια μεταρεμπέτικη εποχή. Ήταν ατυχία. Όταν σε δω θα σου πω μια λύση. Νίκο έχω ένα επείγον γράμμα για δημοσίευση. Please βάλτο. Μπορεί να μη συμφωνείς όμως πάλι οριοθετώ κάτι και γι αυτό βάλτο. Υπάρχει περίπτωση να γράφω κάνα κομμάτι και να πληρώνομαι. Τώρα δεν παίζω παραστάσεις γιατί μου ανεβαίνει η πίεση οπότε… Κάποια κείμενα για το ελληνικό τραγούδι; Τι λες κι εσύ;                                                                                                                                                    

                                                                                                   Μανώλης Ρασούλης, 24 /2 / 1996 

Τι να πω εγώ φιλαράκι; Να πω ότι τώρα που ξαναδιαβάζω τα γράμματά σου αποκτώ συνείδηση για το πόσο ασυνείδητη ήταν η σχέση μου μαζί σου; Μανώλη, ένοιωθα φίλος σου αλλά δεν ήξερα ούτε το είχα σκεφτεί ότι ήμουν, και δεν ήξερα, δεν το είχα καν σκεφτεί, αν κι εσύ ένοιωθες φίλος μου και αν ήσουν. Μα τώρα, αυτό το «Φίλε Νίκο» της προσφώνησης σ’ αυτά τα ξεχασμένα γράμματα, τα συμφραζόμενα, εκείνο το «οπότε κι εσένα σ’ αγαπώ με όλα σου» ιδιαίτερα, τα κρατώ και δικαιούμαι, φαντάζομαι, να τα μνημονεύω σαν τεκμήρια μιας αμοιβαίας φιλίας. Ποτέ δεν είναι αργά…
Που λες λοιπόν, Μανώλη, τώρα που τα ξαναβρήκαμε, θέλω να σου πω ότι αυτό το γραμματάκι είναι ένας αυθεντικός καθρέφτης σου, κάτι σαν ακτινογραφία του παραπονιάρικου και αγαπησιάρικου ψυχισμού σου. Μου γράφεις, να πούμε, για να μου ‘την πεις’ επειδή έγραψα ένα κειμενάκι για το βιβλίο του Λευτέρη του Παπαδόπουλου («Παλιοί Συμμαθητές»). Και μου τον χρεώνεις σαν φίλο – περισσότερο δικός σου παρά δικός μου φίλος είναι– αφήνοντας ίχνη ζήλιας και δίκαιου, εδώ που τα λέμε, οικονομικού φθόνου, μ’ αυτή την ατάκα για τα «γυάλινα ασανσέρ» του Καρούζου.. Και μου κάνεις πλάκα κι από πάνω με τους… «Λευτεριστές», αυτή την ανάρμοστα παλιμπαιδική, δημοσιογραφική φάρσα. 
Παραπονιέσαι, Μανώλη, ότι δεν έγραψα ποτέ για τα δικά σου βιβλία (έγραψα ή ανέθετα σε άλλους να γράφουν) και τσαντίζεσαι που ξεχωρίζω (ως «κλασικούς», που το λες) τους Κώστα Βίρβο, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και Λευτέρη Παπαδόπουλο. Αλλά αυτό ακριβώς κάνω, τους ξεχωρίζω ως κλασικούς μιας εποχής του λαϊκού τραγουδιού, αυτής που έκλεισε τον κύκλο της στο τέλος της δεκαετίας του ’70. Ως Τελειωμένους δηλαδή – ολοκληρωμένους και πεπερασμένους μαζί – κλασικούς. 
Ενώ εσένα, Μανώλη, σε τοποθετούσα τότε και σε θεωρώ σήμερα, πέρα και πάνω απ’ εκείνους: μόνο και μοναδικό, στο τώρα – τότε, και στο μετά – σήμερα. Μοντέρνο τότε και κλασικό τώρα πια, της τελευταίας περιόδου του λαϊκού τραγουδιού. Του οποίου τον βίο εσύ κυρίως, (με την παρέα σου, τον Ξυδάκη τον Παπάζογλου και τ’ άλλα παιδιά) παρέτεινες κατά μία τριακονταετία (1980 – 2010). Με τα εκθαμβωτικά φρέσκα και θαυμαστά αρμονισμένα στα σώψυχα της γενιάς της μεταπολίτευσης τραγούδια σου: τους δύο τους πιο λαμπερούς και ανανεωτικούς κύκλους τραγουδιών στην ιστορία της Ελληνικής δισκογραφίας, την «Εκδίκηση της Γυφτιάς» και τα «Δήθεν»… 
Αυτά προς το παρόν, με την ελπίδα πως κάλυψα αρκούντως τον παραπονιάρικο και αγαπησιάρικο ψυχισμό σου. 
                                                                                                                             Ο φίλος σου, Ν.Τ. 








 Υ.Γ: Η σχέση μου με τον Ρασούλη ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του `80, τότε που κυκλοφόρησε την «Εκδίκηση της γυφτιάς» (όταν πρωτοσυναντηθήκαμε στο ΒΗΜΑ για την παρουσίαση του δίσκου) και τελειώνει στις αρχές της δεκαετίας του 2011, τότε που πήγα να τον αποχαιρετίσω (στο Πρώτο Νεκροταφείο). Και έφυγα τρέχοντας, όταν είδα κάποιες πολιτικές φάτσες (ανεπιθύμητες για μένα, αλλά και για τον Ρασούλη υποθέτω – γνωρίζω αλλά δεν θέλω να πω) να ακκίζονται φιλορασουλικά στις τηλεοπτικές κάμερες για… επικοινωνιακούς – όπως ξετσίπωτα, οι ίδιοι τους λένε – λόγους. Ενδιάμεσα συνεργαστήκαμε σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνα και κάναμε παρέα αρκετές φορές σε ήσυχες κι ανήσυχες, και μεθυσμένες νύχτες των καιρών μας…

Δεν υπάρχουν σχόλια: