8 Φεβρουαρίου 2012

Ο Άκης Πάνου μιλάει για τον Μάρκο

 Άκης Πάνου - Νίκος Τσαγκρής: Συζήτηση στο γραφείο του διευθυντή των Φυλακών Κομοτηνής 

Όταν, μετά τον φόνο, ο Άκης Πάνου μεταφέρθηκε στις φυλακές Κομοτηνής, με πήρε στο τηλέφωνο. Νίκο θέλω να έρθεις να στα πω, θέλω να τα γράψεις εσύ, μου είπε. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, να κάνει εκείνος τις ενέργειες για την άδεια από το υπουργείο Δικαιοσύνης, προκειμένου να μπω μέσα να πάρω τη συνέντευξη.Δεν πέρασαν παρά τέσσερις – πέντε ημέρες και έφτασε στην εφημερίδα η άδεια εισόδου μου στις φυλακές Κομοτηνής μαζί με ένα χειρόγραφο σημείωμα του υπουργού. Ήταν ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος τότε: «Να δώσεις τους χαιρετισμούς μου στον Άκη Πάνου»…


Μιλούσαμε δύο ολόκληρες μέρες, ο διευθυντής των φυλακών μας είχε παραχωρήσει το γραφείο του, γέμισα έξι – επτά κασέτες των 90 λεπτών: η συνέντευξη για τον φόνο με τα πριν και τα μετά, μια συνοπτική βιογραφία,πολλές λεπτομέρειες για τις σχέσεις του με τις εταιρίες δίσκων και κριτικές αξιολογήσεις σπουδαίων δημιουργών του ελληνικού τραγουδιού και ορισμένων εκ' των τραγουδιστών που συνεργάστηκε... Μέρος αυτού του "υλικού'' δημοσιεύτηκε σε μια σειρά συνεντεύξεων στο ΕΘΝΟΣ και στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής. Ένα άλλο μέρος παραμένει ανέκδοτο. Απ' αυτό, αποσπώ και δημοσιεύω σήμερα μια αναφορά του Άκη Πάνου στον Μάρκο Βαμβακάρη...

   

Ο Μάρκος ήταν το εξέχον πρόσωπο 
*Τον Μάρκο τον είχα γνωρίσει σαν δημιουργό μέσα από τα τραγούδια του από τα πολύ μικρά μου χρόνια. Η μητέρα μου ήταν γεννημένη στον Πειραιά. Ο πατέρας της ήταν Καλαματιανός, η μάνα της ήταν από το Κρανίδι, τελικά είχε μεγαλώσει στην Τσουλήθρα, στην Τερψιθέα. Και, χωρίς αυτό να της αφαιρεί τίποτα από την αξιοπρέπεια ή την σοβαρότητά της, τραγουδούσε και όταν ήταν χαρούμενη και όταν ήταν πικραμένη.
(Ηταν καλή φωνή, όπως και όλα μου τα αδέρφια. Εξαίρεση αποτελούσε ο πατέρας μου, που ήτανε μεν φάλτσος, αλλά, ήθελε να τραγουδάει μαζί με τους άλλους στα οικογενειακά γλέντια μας που ήταν στο σπίτι μας τρόπος ζωής, τουλάχιστον ως την κήρυξη του πολέμου. Εγώ πάλι είχα πάθει διφθερίτιδα όταν ήμουν δύο ετών με αποτέλεσμα να μείνω βραχνοκόκκορας.)
Το μεγαλύτερο μέρος λοιπόν του ατέλειωτου ρεπερτορίου της μητέρας μου το αποτελούσαν τραγούδια του Μάρκου και των άλλων δημιουργών της εποχής που οι μετέπειτα ταξινόμοι του τραγουδιού θα την ονομάσουν εποχή του ρεμπέτικου.
Τα τραγούδια του Μάρκου τα ξεχώρισα ανάμεσα στα τραγούδια που τραγουδούσαν τότε στα κέντρα σου λέω. Δηλαδή ανάμεσα σε Σακελλαρίδη, σε βαφτιστικούς και σε τέτοια, ανάμεσα νομίζω αργότερα στα ταγκό και στα τέτοια. Αυτό που ξεχώριζε στα αυτιά μου, και πιστεύω ότι αυτό που με έκανε να είμαι κοντά στο Μάρκο, τα ακούσματά μου να είναι κοντά στον Μάρκο, να ανέχονται οι πόροι μου εύκολα τον Μάρκο, αναλύοντάς το αργότερα με έκανε να καταλάβω, να πούμε, γιατί μου άρεσε ο Μάρκος. Γιατί δηλαδή χωρίς προσπάθεια μπορούσα να έρχομαι σε επαφή με τον δημιουργό Βαμβακάρη:
Ο Βαμβακάρης προέρχεται από τη Σύρα, είναι Φραγκολεβαντινός, έζησε τα περισσότερα χρόνια του εκεί πέρα. Η Σύρα ήτανε πολύ πριν από την Αθήνα πρωτεύουσα της Ελλάδος, ήτανε αστός εν ολίγοις ο Βαμβακάρης. Και εγώ πάλι ήμουνα γεννημένος αστός. Από μάνα Πειραιώτισσα, από πατέρα Αθηναίο. Ήταν λοιπόν πολύ κοντά μου. Ο τρόπος ζωής μου, στην οδό Αθηνάς, (αργότερα, όταν κυκλοφόρησα σαν πιτσιρίκος από τα πολύ μικρά μου χρόνια) στο Μοναστηράκι και στα τέτοια, τα ακούσματα που είχα στην πόλη που γεννήθηκα, ήταν κυρίως τα τραγούδια του Μάρκου. Και εν πάση περιπτώσει ήταν ο τρόπος που δεχόμαστε εμείς ευχαρίστως στην Αθήνα, τα αλάνια της εποχής εκείνης ας πούμε, οι πιτσιρικάδες, αυτά τα ακούσματα ήτανε ο τρόπος μας,ήτανε τα δικά μας ακούσματα. Αυτά που νιώθαμε ότι ήτανε δικά μας…

Αργότερα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Βαμβακάρη και σαν πρόσωπο, σαν άνθρωπο. Εχω την εντύπωση πως με αγαπούσε, είχε εκδηλώσει την αγάπη του για μένα, και μια από τις μεγαλύτερες στενοχώριες μου ήτανε η μέρα που έφυγε από την ζωή ο Μάρκος ο Βαμβακάρης. Γιατί όταν έμπλεξα εγώ με την δισκογραφία είχαμε συναντηθεί πολλές φορές, και επειδή δεν ήξερε αν εγώ ήμουν αποδεκτός, ας το πούμε έτσι, επειδή με θεωρούσε μορφωμένο, μου έλεγε μια χοντρή κουβέντα. «Εσύ θα τους αυτώσεις... Εμάς μας πιάσανε κορόιδα γιατί δεν ξέρουμε γράμματα, ενώ εσύ ξέρεις γράμματα».
Εγώ πάλι τον σεβόμουνα. Κύριο Βαμβακάρη βεβαίως τον έλεγα πάντα, ποτέ δεν τον έλεγα Μάρκο όπως τον έλεγαν οι νεότεροι για να δείξουν ότι είχαν οικειότητα μαζί του. Δεν είχα την τύχη να δουλέψω μαζί του. Δούλεψα με πολλούς άλλους παλιούς, αλλά όχι με τον Βαμβακάρη. Δηλαδή δούλεψα ένα διάστημα και με την Σωτηρία την Μπέλου, σε κάτι πανηγύρια νομίζω ή Σαββατοκύριακα θυμάμαι με την Ιωάννα την Γεωργακοπούλου, με τον Πρόδρομο τον Τσαουσάκη στον Μπούκλα, με τον Στράτο τον Παγιουμτζή, μάλιστα με τον οποίο συμπτωματικά με το ψευδώνυμο Φώτης Γκιόκας, το όνομα του κουνιάδου μου, του έχω δώσει τα δύο τελευταία τραγούδια της ζωής του.
Ο Μάρκος λοιπόν ήταν, για αυτή την εποχή που εγώ γνωρίστηκα με το λαϊκό τραγούδι, το εξέχον πρόσωπο. Ο Μάρκος όταν κρίνεται σήμερα νομίζω ότι αδικείται, γιατί οι άνθρωποι αυτό πρέπει να κρίνονται σύμφωνα με τη εποχή που λειτούργησαν. Ο Μάρκος αν κριθεί σήμερα σαν εκτελεστής θα πούμε ότι ήταν ένας πολύ κακός παίκτης, πολύ άτυχος. Όμως για την εποχή εκείνη δεν ήταν αυτό. Ήταν πάρα πολύ μεγάλος παίκτης. Από την άλλη μεριά, ο Μάρκος δεν βρήκε σχεδόν τίποτα. Δηλαδή, αυτό που βρήκε ο Μάρκος σαν λαϊκό τραγούδι ήταν το «Πάρε με Αντριάννα μου να σε βοηθώ στην βρύση και να σου κουβαλώ νερό απ` το Βατραχονήσι» από την εποχή του Σουρή. Γιατί το λαϊκό τραγούδι λέμε ότι ήρθε το `22, αλλά υπάρχουν τραγούδια που μπορούν να χαρακτηριστούν λαϊκά, όχι με την έννοια του ρεμπέτικου, αλλά τραγούδια που έχουν γραφτεί από τους πολλούς για τους πολλούς. Αυτό είναι το λαϊκό τραγούδι, το μελοποιημένο χρονογράφημα κάθε εποχής.
Ο Βαμβακάρης λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος που βρήκε σχεδόν τίποτα και δημιούργησε τα πάντα. Έβαλε τα θεμέλια για να κτιστεί αυτό που είπαμε μετά λαϊκό τραγούδι. Γιατί το λαϊκό τραγούδι είναι μια συνέχεια. Λαϊκό τραγούδι ήταν το δημοτικό που τραγουδούσαν στα χωριά, γιατί αυτά υπήρχαν και λέγανε «Του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι, με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε, ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρέψε πίσω, για να περάσω αντίπερα, στα κλέφτικα λημέρια». Οι εποχές αλλάξανε, και του Κίτσου η μάνα πήρε ρετιρέ στο Κολωνάκι…
Θέλω να πω λοιπόν ότι μια μορφή λαϊκού τραγουδιού είναι το τραγούδι του Μάρκου, αλλά με την μορφή του ρεμπέτικου αυτό το τραγούδι ήταν κάτι ξεχωριστό στην αλυσίδα των λαϊκών τραγουδιών. Δηλαδή ήταν ένας κρίκος τελείως ξεχωριστός στην αλυσίδα που ενώνει ας πούμε το δημοτικό με αυτό που λέμε μετά ρεμπέτικο ή το ελαφρολαϊκό. Όλα αυτά είναι ελληνικά λαϊκά τραγούδια.
Έχω πει ότι η μόνη σχέση που έχω με τον Βαμβακάρη είναι ότι αυτός έλεγε την αλήθεια της εποχής του και εγώ λέω την αλήθεια της δικής μου εποχής. Δεν ήταν πλαστός ο Βαμβακάρης., αλλά γνήσιος στην έκφρασή του. Έλεγε αυτό που ζούσε, αυτό που ένιωθε, αδιαφορώντας για τα πάντα. Σαν άνθρωπο τον υπερεκτιμούσα, τον αγαπούσα πάρα πολύ. Και σου είπα ότι με αγαπούσε και εκείνος. Και μου έλειψε πολύ. Πάνω στον Μάρκο, πάνω στα θεμέλια Βαμβακάρη χτίστηκαν όλα…    
 *© Νίκος Τσαγκρής. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του συγγραφέα 

Δεν υπάρχουν σχόλια: