30 Ιανουαρίου 2012

Ευρωσοσιαλδημοκράτες... τραβεστί


Οι πλέον σύγχρονοι πολιτικοί στοχαστές διατυπώνουν την άποψη ότι ο διαχωρισμός Δεξιά - Αριστερά, με το παραδοσιακό περιεχόμενο (συντήρηση από τη μία και πρόοδος από την άλλη) των εννοιών, έχει οριστικά εκλείψει.

Προσωπικά, ταλαντεύομαι μεταξύ αυτής της άποψης και μιας βεβαιότητας ότι αυτό που λέμε κόσμος – και είναι η ανθρωπότητα, οι κοινωνίες των πολιτών, οι λαοί – είναι και θα είναι η Αριστερά, ανεξάρτητα εάν συμβάλλει καθοριστικά στην ανάδειξη «δεξιών» ή «αριστερών» κυβερνήσεων και καθεστώτων...

Ωστόσο ζούμε σε ένα διεθνές περιβάλλον περισσότερο παρά ποτέ οικονομικό. Ο καπιταλισμός προσλαμβάνεται ως ο αδιαμφισβήτητος μονόδρομος μετά την παταγώδη αποτυχία του σοσιαλιστικού πειράματος. Και το μόνο δίλημμα πλέον έχει να κάνει με την ποιότητα του καπιταλισμού: Θρησκεία της αγοράς ή πολιτικός έλεγχος με στόχο το κοινωνικό κράτος; Δίλημμα που μεταφερόμενο στην εφαρμοσμένη πολιτική οδηγεί σε δύο καταναγκαστικές επιλογές: νεοφιλελευθερισμός ή σοσιαλδημοκρατία;

Μέχρι σήμερα, για τον «κόσμο» (τις κοινωνίες των πολιτών, τους «εργαζομένους», τους λαούς) η απάντηση ήταν «σοσιαλδημοκρατία». Ήταν απάντηση ενστικτώδης, επιλογή αναγκαστική, που διάλεγε το μη χείρον ως βέλτιστον: Αφού ο καπιταλισμός είναι μονόδρομος, αφού ο ριζοσπαστικός σοσιαλισμός δεν χωράει στο διεθνές περιβάλλον, ας πάρουμε σοσιαλδημοκρατία, μήπως διασώσουμε αυτό το έρημο το «κοινωνικό κράτος»...

Κάπως έτσι λειτούργησαν την περασμένη εικοσαετία οι κοινωνίες των Ευρωπαίων πολιτών και... πήραν σοσιαλδημοκρατία. Πράγμα που διευκόλυνε, στον συγκεκριμένο χρόνο, την αλματώδη απελευθέρωση της αγοράς, την τερατώδη καπιταλιστική «αντεπίθεση»: Οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις (οι κυβερνήσεις Ζοσπέν, Σρέντερ, Σημίτη κ.α.) λειτούργησαν περισσότερο σαν τριτεγγυητές της οικονομίας των «αγορών» παρά ως σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Ενώ οι διάδοχές τους, (οι κυβερνήσεις Γιωργάκη Παπανδρέου, Ζοζέ Σόκρατες, Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο κ.α.) εκφυλίσθηκαν οριστικά μεταλλασσόμενες σε νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις με σοσιαλιστικά ψευδώνυμα…

Φαίνεται ότι η μεταψυχροπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έφαγε τα ψωμιά της. Ότι ακόμα και ως κυβερνητικός μανδύας για τη διευκόλυνση της ελευθέριας οικονομίας δεν φτουράει.
Και φαίνεται ότι ο επιθετικός καπιταλισμός, η «δικτατορία των αγορών», είναι πλέον το πάγιο διεθνές περιβάλλον. Και ότι σ' αυτό δεν χωρούν ούτε κατ' όνομα σοσιαλιστικές κυβερνήσεις! Αν είναι έτσι τζάμπα ετοιμάζεται να κυβερνήσει ο… Κουβέλης. Κι ο… Ψαριανός και οι λοιπές δυνάμεις του… «αριστερού ευρωπαϊσμού»!..

24 Ιανουαρίου 2012

Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν

Τα αγγλικά μου είναι επιπέδου… πλατείας Συντάγματος. Τα αγγλικά που μιλούσαν τα «καμάκια» της Αθήνας στη δεκαετία του ’70, εννοώ: Do you like, μαντμαζέλ, the Greece και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά, για να γλυτώσω το ψυχιατρείο, άρχισα να βλέπω ειδήσεις στο CBS ή στο B.B.C. Κι ότι πιάνει το μάτι μου και τ’ αυτί μου.
Ωστόσο, μία απ’ τις προηγούμενες μέρες ξεκίνησα και πάλι από δελτίο ειδήσεων ελληνικού καναλιού. Το δελτίο, από τα πρώτα λεπτά, έδειξε τις προθέσεις του για την εκδίκαση υπόθεσης βιασμού μαθήτριας από συμμαθητές της. Ή απόπειρας βιασμού τεσσάρων μαθητών από συμμαθήτριά τους. Ή κάτι τέτοιο. Παρακολούθησα τη «δίκη» για δέκα ολόκληρα λεπτά μέχρι που η ακροαματική διαδικασία άρχισε να μου προκαλεί ναυτία. Στην έδρα ήταν ο ευφραδής εισαγγελέας Τράγκας. Και δεν έχανε ευκαιρία να προφέρει με το αρρωστημένο πάθος ήρωα του Πιτιγκρίλι τα σεξουαλικά πειστήρια του εγκλήματος. Βρήκε ο γύφτος τη γενιά του, σκέφτηκα: αίμα και σπέρμα…
Δραπέτευσα στο δελτίο του B.B.C. Πρώτο θέμα η επερχόμενη καταστροφή του πλανήτη. Και η ακριβής (η μετρημένη δηλαδή) συμβολή όλων των πολιτισμένων χωρών σ’ αυτήν. Με την Ελλάδα να είναι πέμπτη και… καλύτερη ανάμεσά τους. Αλλά για τα ελληνικά κανάλια το θέμα ήταν τζούφιο, δίχως αίμα και σπέρμα, ανάξιο προβολής.
Μα πράγματι, από μια άποψη ο επερχόμενος θάνατος της Γής δεν είναι είδηση για εμάς τους Έλληνες. Αφού, ενώ καταστρέφουμε συστηματικά το περιβάλλον, στωϊκά δηλώνουμε απαισιόδοξοι για το μέλλον. Παράξενα, την ίδια στιγμή, δηλώνουμε αισιόδοξοι για το προσωπικό μας μέλλον!
Εδώ υπάρχει μια σαφής αντίφαση: πώς είναι δυνατόν να είσαι απαισιόδοξος για το μέλλον του κόσμου και, ταυτόχρονα, αισιόδοξος για το προσωπικό σου μέλλον σ’ αυτόν τον κόσμο;
Προσωπικά, δηλώνω οριστικά απαισιόδοξος. Όχι μόνο για το περιβαλλοντικό μέλλον αλλά και για το… προτσές της Ιστορίας. Για την πορεία της ανθρωπότητας, τον ανθρώπινο πολιτισμό, την εξέλιξή του στους επόμενους αιώνες.
Εξαρτάται πώς βιώνεις τον χρόνο, πώς τοποθετείσαι στη σχέση άνθρωπος-κόσμος: «Αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους της εποχής μας ( παρατηρεί ο Κώστας Αξελός ) αν υποθέσουμε ότι αποτελεί ακόμα εποχή, είναι ότι σέρνονται μισοευχαριστημένοι-μισοδυσαρεστημένοι, ούτε ευχαριστημένοι ούτε δυσαρεστημένοι, πάνω σε μια Γη που βαδίζει προς την ερήμωση».
Πίστευα πως αυτό που ξεχώριζε τους Έλληνες ήταν η ενστικτώδης οικουμενική, να την χαρακτηρίσουμε, οπτική: ότι βίωναν την ύπαρξή τους περισσότερο στη σχέση «άνθρωπος-κόσμος», παρά στη σχέση «άνθρωπος-εγώ».
Και ότι δηλώνοντας την απαισιοδοξία τους για το μέλλον της χώρας, σημειώνουν την απαισιοδοξία τους για την γενικότερη πορεία της ανθρωπότητας που περιλαμβάνει και τους ίδιους, ως μέρος της. Με την συνειδητή ή υποσυνείδητη γνώση ότι «ζούμε πάνω σε μια Γη που βαδίζει προς την ερήμωση».
Τώρα, το γιατί ο Έλληνας, προσωπικά, (στη σχέση, δηλαδή, «άνθρωπος-εγώ») δηλώνει αισιόδοξος, ας το αφήσουμε. Να υποθέσουμε ότι υιοθέτησε την ζωώδη αντίληψη των καιρών «ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθαίνουν»; Δεν είναι σκληρό;


Νίκος Τσαγκρής (χρονογράφημα δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ)

20 Ιανουαρίου 2012

Ατομικές και μαζικές εξαρτήσεις

Η εξάρτηση είναι το στήριγµα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, κάτι αντίστοιχο µε το σκυρόδεµα στις εφαρµογές τής σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Αυτό, όσον αφορά τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Όταν η εξάρτηση είναι µαζική, τότε µπορούµε να µιλάµε για εξαρτηµένες κοινωνίες, φυλές, εθνότητες. Σ’ αυτή την περίπτωση, η εξάρτηση είναι κάτι σαν θεµέλιος λίθος των κοινωνιών, των κοινωνικών συστηµάτων: «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» έλεγαν οι κοµµουνιστές ηγέτες προκειµένου να απεξαρτηθούν οι λαϊκές µάζες από τα θρησκευτικά δόγµατα. Για να εξαρτηθούν, σε λίγο, για τα καλά, από το κοµµουνιστικό δόγµα, να υπηρετήσουν µιαν άλλη εξάρτηση…

Η εξάρτηση απ’ τα ναρκωτικά είναι µια περιθωριακή εξάρτηση στον κόσµο των µαζικών εξαρτήσεων. Μπροστά σε άλλες οµοειδείς εξαρτήσεις, τσιγάρο, αλκοόλ, καφές κ.λπ. (εξαρτήσεις ψυχολογικές που προκαλούν οργανικές βλάβες), η εξάρτηση απ’ τα ναρκωτικά είναι ποσοτικά αµελητέα, µπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ατοµική, όχι µαζική εξάρτηση. Έτσι, ο θόρυβος που προκαλείται κάθε φορά που έχουµε δηµόσιους θανάτους από χρήση ηρωίνης, ας πούµε, ή άλλων τοξικών ουσιών, τα διάφορα κοινωνικά «σοκ», η υστερία των Μέσων Μαζικής Ενηµέρωσης, η «ευαισθητοποίηση» της κοινής γνώµης, τα κυβερνητικά… µέτρα και οι ανακοινώσεις είναι το σύµπτωµα µιας αβάσταχτης υποκρισίας ποικιλοτρόπως εξαρτηµένων ατόµων ή µαζών, απέναντι σε µια αµελητέα εξάρτηση και τα θύµατά της…

Στην περίοδο της ακµής τού υπερρεαλισµού, 1920-1930, µυθικά ονόµατα της διανόησης, Ελιάρ, Αρτώ, Αραγκόν, Πρεβέρ, Ταγκί, Μπατάιγ, Μαξ Ερνστ και ο θεωρητικός του σουρεαλισµού Αντρέ Μπρετόν, θυσίαζαν τον ελεύθερο χρόνο τους προκειµένου να ξεκαθαρίσουν αν η εξάρτηση των ανθρώπων –από τη σεξουαλικότητα, ας πούµε– είναι µεγαλύτερη, µικρότερη ή ίδια µε την εξάρτησή τους απ’ τα ναρκωτικά, τα τσιγάρα, το αλκοόλ. Αυτό, για να τεκµηριώσουν τη θεωρία τους ότι η υπέρβαση της «πραγµατικότητας» οδηγεί στην απελευθέρωση του ατόµου, την απεξάρτηση, την ανεξαρτησία του. Στην ουσία, τεκµηρίωναν, ο καθένας στον δικό του βαθµό, την εξάρτησή τους από ένα νέο δόγµα: τον σουρεαλισµό…

Τις προάλλες, τα Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης δηµοσίευσαν και πάλι στοιχεία για τη θλιβερή ελληνική και παγκόσµια εικόνα τής αλκοολικής πραγµατικότητάς µας: «… οι εξαρτηµένοι από αλκοόλ και άλλες τοξικές ουσίες αυξάνονται και πληθύνονται µε γεωµετρική πρόοδο…».

Στον ίδιο χρόνο, µε τους ίδιους ρυθµούς, µειώνονται οι µαζικές εξαρτήσεις των ανθρώπων από αξίες, ιδέες και ιδεολογίες, φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύµατα, κοινά οράµατα.
Σκέφτοµαι ότι εµείς που ζήσαµε τα νιάτα µας στις εποχές µαζικών, ιδεολογικών κυρίως, εξαρτήσεων, είµαστε τυχεροί. Αν µη τι άλλο, µείναµε «καθαροί». Υπό την έννοια ότι δεν χρειαστήκαµε ποτέ ναρκωτικά για να «φτιαχτούµε»…

Του Νίκου Τσαγκρή. πηγή: http://galera.gr/magazine/modules/articles/article.php?id=525

18 Ιανουαρίου 2012

Ο Άκης Πάνου για τον Τσιτσάνη

                               Φωτογραφία του Τσιτσάνη από το αρχείο του Ηλία Πετρόπουλου


Όταν, μετά τον φόνο, ο Άκης Πάνου μεταφέρθηκε στις φυλακές Κομοτηνής, με πήρε στο τηλέφωνο. Νίκο θέλω να έρθεις να στα πω, θέλω να τα γράψεις εσύ, μου είπε. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, να κάνει εκείνος τις ενέργειες για την άδεια από το υπουργείο Δικαιοσύνης, προκειμένου να μπω μέσα να πάρω τη συνέντευξη.
Δεν πέρασαν παρά τέσσερις – πέντε ημέρες και έφτασε στην εφημερίδα η άδεια εισόδου μου στις φυλακές Κομοτηνής μαζί με ένα χειρόγραφο σημείωμα του υπουργού. Ήταν ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος τότε: «Να δώσεις τους χαιρετισμούς μου στον Άκη Πάνου»…
Μιλούσαμε δύο ολόκληρες μέρες, ο διευθυντής των φυλακών μας είχε παραχωρήσει το γραφείο του, γέμισα έξι – επτά κασέτες των 90 λεπτών: η συνέντευξη για τον φόνο με τα πριν και τα μετά, μια συνοπτική βιογραφία,πολλές λεπτομέρειες για τις σχέσεις του με τις εταιρίες δίσκων και κριτικές αξιολογήσεις σπουδαίων δημιουργών του ελληνικού τραγουδιού και ορισμένων εκ' των τραγουδιστών που συνεργάστηκε... Μέρος αυτού του "υλικού'' δημοσιεύτηκε σε μια σειρά συνεντεύξεων στο ΕΘΝΟΣ και στο ΕΘΝΟΣ της Κυριακής. Ένα άλλο μέρος παραμένει ανέκδοτο...Απ' αυτό το ανέκδοτο μέρος δημοσιεύω σήμερα (με αφορμή τα 28 χρόνια απ΄το θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη) απομαγνητοφωνημένη, χωρίς καμιά φιλολογική παρέμβαση, την γνώμη του Άκη Πάνου για τον Τσιτσάνη:

Συνομιλία με τον Άκη Πάνου στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών Κομοτηνής

Ο Τσιτσάνης ήταν αξεπέραστος

 "Ο Τσιτσάνης είναι ένας άνθρωπος που δούλεψε πάρα πολύ. Καθιερώθηκε στην συνείδηση του κόσμου σαν ίσως ο μεγαλύτερος για πολλούς που πέρασε ποτέ από αυτόν τον χώρο. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Τσιτσάνης ουδέποτε απουσίασε από το πάλκο. Είχε μια συνεχή επαφή με τον κόσμο. Ηταν ίσως ο πιο εργατικός από όλους…

Με τον Τσιτσάνη δεν μπορώ να πω ότι είχα το ψώνιο που είχα με τον Μάρκο. Ο Τσιτσάνης πάντρεψε αυτό που λέμε δημοτικό με το λαϊκό όπως το βρήκε. Ηταν ένας άνθρωπος που επεξεργάστηκε το τραγούδι, ήταν δηλαδή περισσότερο εγκεφαλικός από τον Μάρκο. Ο Μάρκος ήταν περισσότερο αυθόρμητος.

Ο Τσιτσάνης είχε μια ιδιαιτερότητα: στην περίπτωση του Μάρκου μπορούμε να πούμε ότι τα περισσότερα τραγούδια ήταν του Μάρκου. Με τον Τσιτσάνη όμως δεν συμβαίνει αυτό. Στα περισσότερα οι μουσικές είναι δικές του. Υπάρχουν πολλά αμφισβητούμενα και διαφιλονικούμενα τραγούδια, αν ήταν δικά του. Ηταν δηλαδή κυρίως αυτό που λέμε μουσικοσυνθέτης ο Τσιτσάνης. Και από την άλλη μεριά ήταν ένας εκτελεστής οργάνων που κανένας, όσα χρόνια και αν περάσανε, όσοι βιρτουόζοι, όσοι δεξιοτέχνες, δεν μπόρεσε να μιλήσει τόσο πολύ με το όργανό του. Ο Τσιτσάνης το χάιδευε στην κυριολεξία το όργανο και είχε βρει τον τρόπο να βγάζει ότι πιο γλυκό μπορεί να έχει αυτό.

Στα χέρια του Τσιτσάνη το μπουζούκι ήταν ένα μαγικό όργανο. Δεν ξεπεράστηκε από κανέναν ο Τσιτσάνης. Κανένας δεν μπόρεσε να εκφραστεί σαν εκτελεστής όπως ο Τσιτσάνης. Δηλαδή, ο Χιώτης ξεπεράστηκε. Ηταν ένας βιρτουόζος, ένας δεξιοτέχνης. Βγήκαν παίκτες που τον ξεπεράσανε. Σε ταχύτητα, σε έτσι... Στον Τσιτσάνη στην έκφραση που είχε δεν τον ξεπέρασε κανένας. Δηλαδή, αν εγώ κάτσω και πω τι βλέπω στον Τσιτσάνη σαν το καλύτερο στοιχείο του ήταν ο πιο γλυκός εκτελεστής αυτού του οργάνου που άκουσα ποτέ. Και νομίζω όλοι μας.

Βεβαίως, επειδή έχει βγάλει πάρα πολλά τραγούδια, έχουν μπει με μουσική δική του, νομίζω ότι ποσοστιαία δεν είναι ξέρω γω τι. Υπάρχουν μερικοί που πιστεύουν ότι λατρεύοντας έναν άνθρωπο και ολοκληρώνοντας τα πράγματα κάτι κάνουνε. Και νομίζω ότι κάνουνε ζημιά. Εάν ψάξουμε μέσα στην ποσότητα του Τσιτσάνη να βρούμε την ποιότητα, να βρούμε δηλαδή αυτά που μπορούνε να σταθούνε σαν φυσικά πράγματα, εκεί πέρα θα δούμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα δέκα τα εκατό...

Εάν μιλήσουμε για τον Τσιτσάνη, το πρώτο πράγμα που θα πούμε είναι η συννεφιασμένη Κυριακή. Αν πάρουμε την μουσική της, γιατί ο λόγος λένε ότι ανήκει σε άλλους, πολλοί είναι αυτοί που διεκδικούν την πατρότητα του στίχου της συννεφιασμένης Κυριακής, που εν πάσει περιπτώσει στην ανάλυσή της δεν μου λέει και φοβερά πράγματα, είναι ένα τραγούδι πιστό, δεν είναι ένα τραγούδι πλατύ, μιλάει για μια συγκεκριμένη μέρα και τα λοιπά, δεν είναι δηλαδή τραγούδι με εύρος σαν στίχος. Σαν μουσική, αν το βάλουμε δίπλα στο πολυχρόνιο, σε διάφορα δοξαστικά, θα δούμε από κει και πέρα ότι δεν πρωτοτυπεί ο Τσιτσάνης.

Λοιπόν, ο Τσιτσάνης είναι, εργατικός, δουλευταράς μεγάλος, έχει ποσοτική παραγωγή μεγάλη, αλλά αυτό που του ξεχωρίζω είναι ότι ήταν ο πιο γλυκός εκτελεστής που άκουσα στην ζωή μου, κρατώντας αυτό το όργανο, το μπουζούκι."

(Από συνομιλία του Άκη Πάνου με τον Νίκο Τσαγκρή) © 1999 Νίκος Τσαγκρής. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του συγγραφέα 

17 Ιανουαρίου 2012

Για μια γενική απεργία διαρκείας


«Γίνονται απεργίες σε σας; Καλά, αστυνομία δεν έχετε;» έλεγε ο Στάλιν στον Χάρρυ Χόπκινς (σύμβουλο του Ρούσβελτ) το 1942. Ο ίδιος δεν είχε ανάγκη την αστυνομία. Τα ενσωματωμένα στο σοβιετικό κράτος συνδικάτα είχαν ως βασικό καθήκον την παρεμπόδιση των απεργιών. Το ίδιο συνέβαινε σε όλο το βασίλειο της απολυταρχίας: από την Πορτογαλία του Σαλαζάρ και την Ισπανία του Φράνκο ως την Βολιβία του Μπαριέντος και το Πουάντ α Πιτρ της Γουαδελούπης.

Κάτι παρόμοιο, ωστόσο, συμβαίνει και στις πιο ... chic δημοκρατίες της Δύσης. Στην χθεσινή ελληνική δημοκρατία του Σημίτη, να πούμε, ή στη σημερινή του Παπαδήμου: τα συνδικάτα (άλλοτε ΠΑΣΚΕ / άλλοτε ΔΑΚΕ) ενσωματωμένα στα κυβερνητικά καθεστώτα υπονομεύουν, παρεμποδίζουν ή σπάνε τις απεργίες.

Η δύναμη της απεργίας, αυτού του όπλου που ενώνει τους εργαζόμενους πέρα από τα ατομικά τους συμφέροντα, είναι τέτοια που, δίκαια, από τους κρατικούς γραφειοκράτες όλων των εποχών, θεωρείται ύψιστη απειλή κατά της ασφάλειας κάθε κράτους, κάθε καθεστώτος, κάθε κυβέρνησης: απεργούν οι Ρώσοι προλετάριοι το 1917; «Πνίξτε τους στο αίμα!». Απεργούν οι Ούγγροι εργάτες το 1956; Η κυβέρνηση Καντάρ μιλάει για πληρωμένη με δολάρια προδοσία του έθνους! Απεργούν οι μεταλλωρύχοι κασσίτερου στη Βολιβία; Ο δικτάτορας στέλνει επειγόντως τεθωρακισμένο τρένο στον τόπο του εγκλήματος: 40 νεκροί!

Οι κυβερνήσεις, ιδίως οι «δημοκρατικές», φοβούνται τις απεργίες όπως ο διάβολος το λιβάνι. Και προκειμένου να τις ξορκίσουν, ειδικά όταν εκδηλώνονται στο… τσιφλίκι τους (το κράτος, τις δημόσιες υπηρεσίες) τις ονομάζουν «πολιτικές απεργίες». Τότε, «το να επιτρέπουμε (!) να παραλύουν ουσιώδεις για τη ζωή του Έθνους (!) δημόσιες υπηρεσίες στο όνομα του δικαιώματος της απεργίας ισοδυναμεί με το να επιτρέπουμε να δέχεται το κράτος θανάσιμα πλήγματα…».

Τότε, ακόμα και μια δεξιά κυβέρνηση που εκφράζει τα εισοδηματικά «ρετιρέ» και εκλέγεται απ’ αυτά δεν διστάζει να βαφτίσει «ασφαλιστικά ρετιρέ» τα ελάχιστα εναπομείναντα υγιή ασφαλιστικά ταμεία, προκειμένου να συκοφαντήσει τους απεργούς ασφαλισμένους σ’ αυτά, επειδή συμπαρασύρουν σε απεργία τους εργαζόμενους όλων των κοινωνικών ορόφων. Δεν διστάζει να απειλεί ακόμα και με πολιτική επιστράτευση.

Το 1963, διακόσιοι Γάλλοι μεταλλωρύχοι απάντησαν με απεργία διαρκείας στην διαταγή πολιτικής επιστράτευσης που είχε εκδώσει εναντίον τους ο Πομπιντού . Το κύρος του πρωθυπουργού καταρρακώθηκε. Το κράτος του Σαρλ ντε Γκώλ παρέλυσε. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε το δίλημμα της συνθηκολόγησης ή της πτώσης. Αντίστοιχο δίλημμα αντιμετώπισε ο Σημίτης με το νομοσχέδιο Γιαννίτση. Και συνθηκολόγησε μεν…, έπεσε δε...

Σήμερα, σε μια εποχή  απόλυτης λεηλασίας των εργασιακών δικαιωμάτων, τα ενσωματωμένα στο πασοκικό – μνημονιακό  κράτος συνδικάτα, κοροϊδεύουν την κοινωνία με άσκοπες μικροαπεργίες έχοντας ως βασικό καθήκον την παρεμπόδιση μιας γενικής απεργίας διαρκείας. Που θα έστελνε τον αχυράνθρωπο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος «πρωθυπουργό» μας και το σάπιο πολιτικό συνονθύλευμα που τον στηρίζει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας…

Νίκος Τσαγκρής

16 Ιανουαρίου 2012

Πάρτο σαν γράμμα απ' τη Ρόζα...



Κάθε φορά που ψαρεύω ένα θεωρητικό αριστερό… απολειφάδι στις όχθες κάποιων «κεντροαριστερών» εφημερίδων, φαντασιώνω τα ανέλπιστα: «Να, λοιπόν, έφτασε η στιγμή που οι αριστεροί αφυπνίζονται, έφτασε ο χρόνος που (επιτέλους!) αναπτύσσονται ιδέες για την κοινωνική αναγέννηση, για την ανασυγκρότηση των σοσιαλιστικών ιδεών και οραμάτων, για τη δημιουργία του νέου, μεταμοντέρνου ουμανισμού»!

Μέχρι που, εντελώς τυχαία, ξαναδιάβασα εκείνο το γράμμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Γραμμένο στις φυλακές Μπρεσλάου, τον Δεκέμβριο του 1917: «Είμαι ξαπλωμένη μόνη και σιωπηλή, τυλιγμένη στις πολλαπλές μαύρες πτυχές του σκότους, της ανίας, της ανελευθερίας και του χειμώνα αλλά η καρδιά μου χτυπά με μιαν απέραντη και ασύλληπτη εσωτερική χαρά, λες και τριγυρίζω σε κάποιο ηλιόλουστο, λουλουδιασμένο λιβάδι…»

Και με προσγείωσε: υποτίθεται ότι η μεγάλη επαναστάτρια είναι κλεισμένη μέσα σ’ ένα γερμανικό μπουντρούμι, βιώνοντας έναν ακόμα βασανισμό για τις ανατρεπτικές, τότε, ιδέες της. Και, παρ’ όλα αυτά, βιώνει τη φυλακή σαν ένα ιδανικό τοπίο ελευθερίας!

Τι έχουμε εδώ; Τίποτα ιδιαίτερο. Είναι ένα βίωμα γνωστό στους Έλληνες κομμουνιστές, όμως τόσο ξεχασμένο… Και όταν το ξαναθυμόμαστε μας ξαφνιάζει: μια ιδεολογία, μια πίστη, που στην κοινωνία διώκεται ανελέητα, ενώ στη φυλακή ανθίζει, ελευθερώνεται. Και ο φορέας αυτών των ιδεών, αυτής της πίστης, νιώθει πρωτόγνωρα ελεύθερος όντας στη φυλακή. Απελευθερωμένος από μια σκλαβωμένη ζωή κι έναν σκλαβωμένο θάνατο!

Ο θάνατος που, πράγματι, δεν ήταν φυσικός για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, αφού δολοφονήθηκε από δυνάμεις της γερμανικής Δεξιάς στις 15 Ιανουαρίου του 1919…

Ωστόσο, οι ιδέες της επέζησαν «ελεύθερες», ακόμα και μετά τον θάνατό της. Και άνθισαν. Κι ακόμα δύνανται ν’ ανθίσουν. Πράγμα, όμως, αδύνατον στους τωρινούς καιρούς. Καθώς, ιδέες σαν της Ρόζας Λούξεμπουργκ, εν γένει οι ιδέες του σοσιαλισμού, καταναλώθηκαν, χωνεύτηκαν, έγιναν περιττώματα από «σώματα» εξουσιών και κυβερνήσεων μόνο κατ’ όνομα «σοσιαλιστικών». Κι εμείς, οι εναπομείναντες, «ρετάλια της αριστεράς» κατά τους βολεμένους εξουσιαστές της… «κεντροαριστεράς», να αλιεύουμε αριστερά απολειφάδια στις όχθες περιοδικών κι εφημερίδων.

Νίκος Τσαγκρής (Από χρονογράφημα δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ)

2 Ιανουαρίου 2012

Οι παράνομοι των Αθηνών…





Άρχισαν τα δύσκολα. Τα συνηθισμένα δηλαδή. Σήμερα, για να μπεις στο κέντρο της πόλης, έπρεπε να βλαστημήσεις. Τις συνηθισμένες βλαστήμιες. Και να παίξεις το παιχνίδι των παράνομων παρακάμψεων. Το συνηθισμένο παιχνίδι.
—Ρε φίλε, λάθος πας, δεν πάει από 'δω, θα σκοτωθούμε, μου λέει ένας μηχανάκιας.
—Και πού ξέρεις ότι δεν πας εσύ ανάποδα, του λέω.
—Πάει στοίχημα; μου λέει.
—Πάει, του λέω.
Κατεβαίνουμε, πάμε στην αρχή του μικρού δρόμου, απαγορευτικό σήμα. Πάμε στο τέλος του δρόμου, άλλο απαγορευτικό σήμα. Σκάμε στα γέλια, δίνουμε τα χέρια με... απόγνωση και φεύγουμε, ο καθένας στη δουλειά του. Παράνομοι και οι δύο...


********************
Καλά, τα συνηθισμένα. Έτσι και αποφασίσεις να κατέβεις κέντρο, πρέπει να είσαι μυημένος στην παρανομία, διαφορετικά...
Διαφορετικά, μπορείς να ξοδέψεις δύο και τρεις ολόκληρες εργατοώρες για να πληρώσεις ένα γραμμάτιο, να πούμε, σε κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Πάλι να πούμε...
Τι να πούμε δηλαδή, που αυτό ακριβώς συνέβη. Και όχι μόνο αυτό. Πληρώνεις το γραμμάτιο, μένεις πανί με πανί και κατευθύνεσαι στο μηχάνημα να πάρεις κάνα ψιλό να κινηθείς. Ουρά! Μια τεράστια ουρά και στο Βάθος το... μηχάνημα.
—Τι έγινε, ρε παιδιά, μήπως κάνανε λάθος οι νεόπτωχοι και νομίζουν ότι το μηχάνημα βγάζει κουπόνια για τα συσσίτια του… Καμίνη;
—Έχει βλάβη...
—Και τι περιμένουμε...
Μπαίνω μέσα και πλησιάζω ένα τραπεζικό στέλεχος.
—Τι γίνεται με το μηχάνημα;
—Δυστυχώς, κύριε, έχει πέσει το κεντρικό δίκτυο και επηρεάζονται όλα τα υποκαταστήματα.
—Και τι κάνουμε τώρα;
—Προσπαθούμε να το διορθώσουμε, κύριε, περιμένετε...
Δεν περιμένω, φεύγω βλαστημώντας. Μέσα μου. Τις συνηθισμένες βλαστήμιες...


********************
Το κακό είναι ότι η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Πάω να πάρω το αμάξι για να βγω απ' το κέντρο, να γλιτώσω, και βλέπω στο παρμπρίζ φαρδιά – πλατιά την κλήση. Και την εντεταλμένη αστυνομικίνα βλέπω να κόβει αβέρτα χαρτάκια και να τα κολλάει στο τζάμι.
—Πόσο πάει; της λέω.
Πιάνει τον προκλητικό υπαινιγμό και εκνευρίζεται:
—Είστε παράνομος κύριε, και εγώ κάνω τη δουλειά μου, σας έγραψα...
Κι εγώ τη δουλειά μου έκανα: Πήρα την κλήση και την... έσκισα. Ύστερα μπήκα στο αμάξι και πάτησα γκάζι βλαστημώντας. Τις συνηθισμένες Βλαστήμιες. Για την Αθήνα, το κέντρο, τον δήμαρχο, το σύστημα, την άτιμη κοινωνία,..