21 Μαρτίου 2011

ΛΙΒΥΗ: Ένα βρώμικο δίλημμα


 Πριν, όπως οι περισσότεροι «κανονικοί» άνθρωποι, ήμουν κι εγώ υπέρ των επαναστατημένων Λιβύων πολιτών και ενάντια στον δικτάτορα Καντάφι και το καθεστώς του. Παρακολουθούσα την εξέλιξη της εξέγερσης με την ελπίδα να κερδίσουν οι επαναστατημένοι: να απαλλαγούν από τον Καντάφι και τη χούντα του, να προχωρήσουν στην αυτοδιάθεση της Λιβύης, την δημοκρατική "επανίδρυση" της χώρας τους, εάν θέλετε.
Ωστόσο, ακόμα και στα δύσκολα, όταν άρχισαν να σηκώνουν κεφάλι οι καθεστωτικοί και να βάζουν χέρι στις «απελευθερωμένες" πόλεις, απευχόμουν έξωθεν επεμβάσεις. Με εμπειρικά, παγιωμένη τη γνώση ότι εάν επέμβουν οι "πολιτισμένοι" (αμερικανοί και ευρωπαίοι), μπορεί μεν να απαλλάξουν τους Λίβυους από τον Καντάφι, αλλά θα χειραγωγήσουν το πολιτικό και πολιτιστικό μέλλον των Λιβύων. Εγκαθιστώντας κυβέρνηση της αρεσκείας τους και του χεριού τους, όπως κάνουν πάντα σε παρόμοιες περιστάσεις. Ακόμα, με την βεβαιότητα ότι θα λαφυραγωγήσουν τη χώρα άμεσα και αλύπητα - πράγμα που και μέχρι σήμερα έκαναν, όμως πιο ήπια και πιο έμμεσα.
Μετά, οι "πολιτισμένοι", προεξαρχόντων των - παραδοσιακά αποικιοκρατών - Γάλλων, Βρετανών και Αμερικανών, άρχισαν να βομβαρδίζουν την Λιβύη σκορπώντας τον γενικό τρόμο και τον θάνατο - καταγγέλλονται ήδη δεκάδες θάνατοι αμάχων πολιτών.
Λοιπόν, με ποιον είμαι – με ποιόν είμαστε σήμερα; Για εμάς τους «κανονικούς» ανθρώπους μιλάω, που πριν είμαστε υπέρ των επαναστατημένων Λιβύων πολιτών. Με ποιόν είμαστε τώρα; Με τον Καντάφι ή με τους «πολιτισμένους»;
Ιδού το δίλημμα  που τίθεται (από τους «πολιτισμένους» τίθεται, από την ίδια την απρόσκλητη επέμβασή τους) και είναι ένα δίλημμα - παγίδα . Ένα βρώμικο, ένα πρακτόρικο δίλημμα, που σ’ εμάς τους απέξω υποβάλλεται αντανακλαστικά. Στους επαναστατημένους Λίβυους, όμως, επιβάλλεται βίαια, δραματικά, καταλυτικά. Τους χτυπά στο ψαχνό, για να τραυματίσει τον εξεγερμένο ψυχισμό τους, να τον σκοτώσει: Να αποδομήσει το επαναστατικό τους όραμα (απελευθέρωση από τον δικτάτορα, ελευθερία, ανεξαρτησία, πολιτική αυτοδιάθεση…). Να τους συσπειρώσει γύρω από τον Δυτικό εξ’ ουρανού Σύμμαχο και Προστάτη!..
Όχι, δεν μασάμε! Ούτε με τον Καντάφι – ούτε με τους «πολιτισμένους». Με τους επαναστατημένους Λίβυους, όσους κι αν απομείνουν, όσους κι αν απέμειναν. Με την εξέγερσή τους, με τα κουρέλια της ουτοπίας τους: απελευθέρωση από τον δικτάτορα, ελευθερία, ανεξαρτησία, πολιτική αυτοδιάθεση…

Νίκος Τσαγκρής

15 Μαρτίου 2011

Μιλούν και πάλι για εκλογές!..


Πήραν την… επιμήκυνση και συζητούν, πάλι, για εκλογές. Πάντα οι πολιτικοί συζητούν για εκλογές. Περισσότερο εκείνοι που µένουν εκτός κυβερνητικής εξουσίας, επειδή θεωρούν ότι αξίζουν περισσότερο από τους άλλους να είναι εντός της κυβερνητικής εξουσίας.

Όλοι οι πολιτικοί κυβερνητικών κοµµάτων θεωρούν ότι αξίζουν να κυβερνούν περισσότερο από τους «άλλους». Έτσι, οι «άλλοι» είναι πανοµοιότυποι µ’ «αυτούς». Όπως οι πολιτικοί τού ΠΑΣΟΚ µε τους πολιτικούς τής Νέας Δηµοκρατίας, ας πούµε.

Οι πολιτικοί των µη κυβερνητικών κοµµάτων µόνο µέσα τους θέλουν να κυβερνήσουν. Έξω τους, αρκούνται να συµπεριφέρονται διαφορετικά από τους κυβερνητικούς συναδέλφους τους. Να διατηρούν γένια πολλών ηµερών, να µην φορούν γραβάτες, να δείχνουν θυµωµένοι και επικριτικοί. Συζητούν κι αυτοί για εκλογές και απαιτούν από τον λαό να τους ψηφίσει, όμως όχι για να κυβερνήσουν, αλλά για να ξαναµπούν στη Βουλή. Επειδή, λέει, είναι απαραίτητο για τη Δηµοκρατία να είναι παρόντες στη Βουλή. Απλά να είναι παρόντες…

Αυτό είναι ακατανόητο για τους απλούς πολίτες. Το καταλαβαίνουµε µόνο εµείς οι αριστεροί, που µάλλον είµαστε πιο… σύνθετοι. Έτσι φαίνεται, αφού κάθε φορά τους ψηφίζουµε. Για να είναι απλά παρόντες. Και να καταγγέλλουν. Τους άλλους.

Οι εν γένει, τώρα, πολίτες, είναι κουρασµένοι. Απηυδισµένοι απ’ την πολιτική και τους πολιτικούς. Το µόνο που µπορεί να τους στρατεύσει είναι τα παραπάνω ευρώ, το σπίτι που χτίζεται, το εξοχικό, το αυτοκίνητο, η τηλεόραση και το σόπινγκ, όπως έγραφε προ µηνός ο φίλος µου ο Κοροβέσης. Και οι εκλογές, λέω εγώ: για να ψηφίσουν το κυβερνητικό κόµµα που συντηρεί τα µικρά τους προνόµια. Όταν διαισθάνονται ότι κινδυνεύει να χάσει τις εκλογές.

 Τα τελευταία χρόνια οι πολιτικοί αναδεικνύονται µέσω της τηλεόρασης, όπως τα μοντέλα, οι τραγουδιστες και οι σέφ! Λες και θέλουν να εκλεγούν µόνο για να εξασφαλίσουν τη φήµη τού πολιτικού. Που, τοιουτοτρόπως, είναι η κακοφηµία τής πολιτικής.

Έτσι, σαν τους «βάρβαρους καλλιτέχνες» τού Φερνάντο Πεσσόα, εισβάλλουν στην πολιτική απ’ έξω. Ανήκουν σ’ αυτήν µόνο και µόνο επειδή η πόρτα τού σπιτιού τους έχει αριθµό και κουδούνι που γράφει «Βουλευτής». Χωρίς να µπορούν να καταλάβουν πώς φτιάχτηκαν οι δρόµοι και γιατί στην πόρτα τού σπιτιού τους υπάρχει διαφορετικός αριθµός από το σπίτι τού γείτονα.

Διασχίζουν την πολιτική διαγωνίως. Μπαίνουν από το παράθυρο, όχι από την κανονική είσοδο, και βγαίνουν από ένα άλλο παράθυρο. Θεωρούν την πράξη τους σπουδαία µόνο και µόνο επειδή, σαν άνεµος, παρασύρουν στο πέρασµά τους αντικείµενα της πολιτικής: «πορτραίτα πολιτικών ηγετών, έντυπες διακηρύξεις και ιδεολογικά µανιφέστα». Και τα σκορπάνε στο πάτωµα…

Ναι, οι πολιτικοί τρελαίνονται για εκλογές. Ιδιαίτερα οι πολιτικοί των κυβερνητικών κοµµάτων που µένουν εκτός κυβερνητικής εξουσίας. Επειδή θεωρούν ότι αξίζουν δια να κυβερνούν περισσότερο απ’ τους «άλλους». Άλλοι µπαίνουν απ’ το παράθυρο. Να εκλεγούν για να εξασφαλίσουν τη φήµη τού πολιτικού. Που, τοιουτοτρόπως, είναι η κακοφηµία των εκλογών…

  Νίκος Τσαγκρής

8 Μαρτίου 2011

Η αυτοκριτική ως τέχνασμα...

 
Η αυτοκριτική των πολιτικών μοιάζει σαν την εξομολόγηση στη Θρησκεία. Όπως η εξομολόγηση εξασφαλίζει την παραμονή του θρησκευόμενου στους κόλπους της Εκκλησίας, έτσι και η αυτοκριτική εξασφαλίζει την παραμονή του πολιτικού στους κόλπους της πολιτικής.

«Μην ομολογείτε, μην ομολογείτε ποτέ», έλεγε ο Μπατάιγ, γνωρίζοντας προφανώς ότι η δια της ομολογίας «άφεση των αμαρτιών» απελευθερώνει τον «αμαρτωλό», του επιτρέπει να επιστρέφει ανενδοίαστα στα αλώνια της αμαρτίας…

Καθώς, τις τελευταίες μέρες, εκδηλώνεται και πάλι έκείνο το… ρεύμα εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο ΠΑΣΟΚ, δεν είναι λίγοι εκείνοι που, μεταξύ των άλλων, θέτουν θέμα αυτοκριτικής: μέμφονται τον Γιώργο Παπανδρέου επειδή, από την εν γένει ρητορική του, απουσιάζει η αυτοκριτική. Πολλοί, μάλιστα, δεν διστάζουν να αποδίδουν την αδυναμία του σημερινού πρωθυπουργού να εξασφαλίσει την περίφημη συναίνεση (προκειμένου να… εθνικοποιήσει την οριστική παράδοση της χώρας στην τρόϊκα ) στην «απουσία μιας καταλυτικής αυτοκριτικής. Όχι μόνο για τους ατυχείς χειρισμούς της κρίσης από τον ίδιο και τον υπουργό Παπακωνσταντίνου, αλλά και για το καθεστώς Σημίτη». Αυτοκριτική που υποτίθεται ότι θα «ξέπλενε» και τον ίδιο και το ΠΑΣΟΚ από το στίγμα του νεοφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» που, από την εποχή Σημίτη το συνοδεύει.

Προσωπικά, θεωρώ ότι η έλλειψη αυτοκριτικής από την ρητορική του Γ. Παπανδρέου αποτελεί θετικό σημείο, ένδειξη πολιτικής ειλικρίνειας: ότι δεν καταφεύγει σε τεχνάσματα, προκειμένου να παραπλανήσει το εκλογικό σώμα. Ότι δεν προδίδει τις πολιτικές ιδέες του, την προσπάθειά του να εφαρμόσει τις «εκσυγχρονιστικού τύπου» πολιτικές και επικοινωνιακές επιλογές του. Ανεξάρτητα αν για κάποιους είναι επιλογές λανθασμένες που… «αποδομούν το σοσιαλιστικό προφίλ του προέδρου αλλά και τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κινήματος»

Γενικότερα, ένας πολιτικός ηγέτης, ένα καθεστώς, δεν μπορούν να «κλείνουν» τους λογαριασμούς τους με μια αυτοκριτική. Δεν πάνε έτσι μπροστά, σε περίπτωση δυστυχίας. Μεταφέρουν τη δυστυχία τους στον μαυροπίνακα. Δεν συντελούν στο να προληφθεί κανένα κατοπινό ατύχημα.
Γιατί; Διότι, όπως και η κακολογία, έτσι και η αυτοκριτική θρέφεται από το παρελθόν και, προπαντός, δεν της γυρεύει κανείς να περιγράψει το μέλλον…

Φυσικά, ο Γιώργος Παπανδρέου δεν αποφεύγει κάποιες αναφορές στο παρελθόν. Αλλά, ευτυχώς (!) όχι για αυτοκριτική, μα για να «θρέψει» την πικρία κάποιων συντρόφων του που αυτοπροσδιορίζονται ως ιστορικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Ή την δική του πικρία από τα καμώματα κάποιων… ανίερων στελεχών της Αριστεράς. Που τον τοποθετούν σε ίση απόσταση με τον ηγέτη της Δεξιάς.

Ωστόσο, αυτό που θέλω να πω σ’ αυτό το σημείωμα είναι ότι η αυτοκριτική χρησιμοποιείται συνήθως από τους πολιτικούς ως κυνικό άλλοθι προκειμένου να παρατείνουν την πολιτική τους καριέρα ή την παραμονή τους στην εξουσία.

Απ’ αυτή την άποψη, θεωρώ ως θετικό σημείο την απουσία αυτοκριτικών αναφορών από την ρητορική του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ. Όμως,ελάχιστα ελπιδοφόρο για το μέλλον της κυβέρνησής και, κυρίως, για το ελληνικό μέλλον…

Νίκος Τσαγκρής