13 Αυγούστου 2007

Το τραγούδι μιας ζωής σκαμμένης


Τον είδα σ' ένα ντοκιμαντέρ για το ορυχείο της Μήλου. Τα παλαιά ορυχεία, τότε που ανοίγανε στοές και μπαίνανε οι άνθρωποι μέσα στη γη, όχι όπως τώρα με τις ανοιχτές εξορύξεις που κόβουνε ολόκληρα βουνά σαν να 'τανε βούτυρο. Απόμαχος εργάτης ορυχείου. Σκαμμένο πρόσωπο. Σκαμμένη ζωή, σκαμμένη φωνή. Ακουμπισμένος στην είσοδο μιας στοάς ανενεργού ορυχείου. Εκεί δούλεψε, εκεί έζησε. Μέρα με την ημέρα, μέτρο με το μέτρο σκάβοντας το χώμα και το σκοτάδι. Μέτρο το μέτρο μια ολόκληρη ζωή μετρημένη με σκοτάδι. Μίλησε ο γέροντας για τη δουλειά του. Και μίλησε όμορφα, χωρίς περιττές κουβέντες. Μίλησε παστρικά και ίσια, όπως μιλάνε εκείνοι που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Ούτε μελούρες, ούτε θυμοί, ούτε ξόμπλια.

Μονάχα με μια αδιόρατη περηφάνεια, πολύ βαθιά στον λόγο του ο γέροντας, την έχω δει κι άλλες φορές αυτή την περηφάνεια. Δεν είναι έπαρση, δεν είναι αυτό το "κοίτα να δεις εγώ", όχι. Είναι μια πηγαία αίσθηση εκείνου που δεν υποχώρησε από το καθήκον του όπως το καταλάβαινε. Καθήκον απέναντι στην οικογένεια, στις ανάγκες του βίου, καθήκον απέναντι στον εαυτό του, να 'ναι εντάξει, καθήκον απέναντι στη δουλειά που την τιμούσε, καθήκον απέναντι στους άλλους εργάτες.

Δεν είπε πολλά ο γέροντας. Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι δεν μιλούν πολύ. Κι ύστερα εκεί, στην είσοδο της στοάς, σαν να είχε μόλις τελειώσει τη βάρδιά του, τη βάρδια μιας ολόκληρης ζωής τραγούδησε κι ένα τραγούδι ραγισμένο. Θα μπορούσε να ήτανε και μοιρολόι αν δεν ήταν τόσο βαθιά, σαν τη βαθύτερη στοά που σκάφτηκε ποτέ, νοσταλγικό. Τραγούδησε ο γέροντας για τον χρόνο που πάντοτε περνάει: "Αχ και να γύριζαν κείνα τα χρόνια πίσω / θα έτρεχα ξυπόλυτος για να τα συναντήσω". Και εκεί τελείωσε και το ντοκιμαντέρ. Σ' αυτό που ποτέ κανείς δεν συνάντησε.

Έμεινα έκθαμβος κι όλο φέρνω στον νου μου το πρόσωπο του γέροντα, αυτές τις μέρες που το κάθε σίχαμα και το κάθε απόπλυμα ταλαιπωρεί τη γλώσσα και την πατρίδα, εξηγώντας, απειλώντας με μηνύσεις, καταθέτοντας στον ανακριτή, αποσείοντας ευθύνες, κατηγορώντας τον αντίπαλο, αισχρολογώντας με μια κουβέντα, όπως ακριβώς αισχολογούν οι τα αισχρά πράττοντες, μια ολόκληρη ζωή. Αυτοί που δεν έχουν τίποτα που να αξίζει, απ' τη ζωή τους να το τραγουδήσουν. Σιχάματα, αποπλύματα και κνώδαλα.

Τραγούδησε ο γέροντας σαν παλιός μιναδόρος. Με την παραμίνα και τον δυναμίτη της κουβέντας του και της σκαμμένης του φωνής. Με 'κείνο το "αχ" που είναι ντέρτι και πείσμα μαζί και οργισμένο μαράζι για την ανημπόρια. Άμα έχεις στύψει την πέτρα -σχεδόν κατά κυριολεξία- ξέρεις από τέτοια. Κι όταν έρχεται η πικρή στιγμή, επειδή το ξέρεις το μετάλλευμα που έχει περάσει από τα χέρια σου, το φτιάχνεις μόνος σου το τραγούδι, δεν περιμένεις να στο φτιάξουν άλλοι και να το τραγουδήσουν. Μόνος σου το φτιάχνεις και μόνος σου το τραγουδάς, ακόμη και χωρίς φωνή. Γιατί και χωρίς φωνή γίνεται να τραγουδήσεις, χωρίς ζωή δεν γίνεται να τραγουδήσεις.


Κώστας Καναβούρης (απόσπασμα από άρθρο του στην ΑΥΓΗ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: