31 Αυγούστου 2007

Κάηκε η μνήμη του χρόνου


Οι φωτιές είναι ό,τι πρέπει για να γράψει, ο γραφέας, ωραία κείμενα. Ειδικά τούτες οι άτιμες, οι ανθρωποφάγες, οι ανίκητες φωτιές. Έτσι, τα τσουρουφλισμένα από την θλίψη μερόνυχτα της τραγωδίας, είχα την ευκαιρία να διαβάσω ωραία κείμενα για τις φωτιές που έκαψαν τους Ηλείους, τους Μεσσήνιους, τους Αρκάδες, τους Λάκωνες, τους Ευβοείς.

Όμως δεν είναι μόνο που «η μισή Ελλάδα κάηκε», έτσι γενικώς. Δεν είναι μόνο «η οικολογική ή η οικονομική καταστροφή». Δεν είναι που «χαθήκαν περιουσίες και παρθένα δάση και όμορφα χωριά». Ούτε που «κάηκαν και ξεσπιτώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι του μόχθου και της αγροτιάς». Είναι που η καταραμένη αυτή φωτιά έκανε στάχτη Θείες μνήμες, κι Άγια μυστικά.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πύργο Ηλείας. Το πατρικό μου κτήμα, στα όρια της πόλης, μια ανάσα από Λαμπέτι, Κολύρι, Βαρβάσαινα, το ‘γλυψε η φωτιά. Είχε κάψει πριν την Κουτσοχέρα, το χωριό του πατέρα μου. Τις φτέρες, τα πουρνάρια, τις γκορτσιές, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, που έντυναν το ηλιοδαρμένο σώμα του φτωχού χωριού. Τις κερασιές, τις αχλαδιές, τις καρυδιές των παιδικών μου χρόνων και τις λαχταριστές μαύρες σταφίδες που, κρυφά, τρυγούσαμε απ’ τ’ αμπέλια, τα αυγουστιάτικα ακοίμητα μεσημέρια μας, τις ώρες που οι μεγάλοι έπαιρναν αμέριμνοι τον δίκαιο ύπνο τους, κάτω απ’ τον ίσκιο της μεγάλης πλατανιάς.

Κάηκε και το πανηγύρι του Αηλιά. Με εκείνον τον λυτρωτικά απελπισμένο ήχο του ζουρνά. Που μ’ έμαθε να αισθάνομαι, μέχρι δακρύων, τα τραγούδια και τις μουσικές. Και κάηκε το αγαπημένο μου κουτσοχεραίικο γλυκό: φύλλο ανοιγμένο με τον πλάστη, σπιτικό. Μέλι, καρύδια, κανελογαρύφαλλα και πάλι απ’ την αρχή…

Καμμένο και το λατρευτό τοπίο των πρώτων σχολικών μας εκδρομών, το δάσος του Καϊάφα: αρχαία πεύκα με πανύψηλους καμαρωτούς κορμούς, να ξεφυτρώνουν μέσα από τεράστιους αμμόλοφους, χρυσούς. Και να μας υποδέχονται με γελαστές σκιές-χάδια δροσιάς, λίγο πριν πέσουμε με την ανείπωτη λαχτάρα των παιδιών στη χρυσοπράσινη αγκαλιά της θάλασσας.

Λέω, πως τούτη η καταραμένη η φωτιά, πάνω απ’ όλα, έκαψε μνήμες-ψυχές που σύχναζαν εκεί που τώρα, μαύρα και άραχλα αποκαϊδια έχουν απλωθεί. Μνήμες που κατοικούσαν στα καμμένα, τώρα, σπίτια του Ελαιώνα, της Μαγούλας και της Κουτσοχέρας και του Κάτω Σαμικού. Μνήμες του χρόνου, πού είχανε χτιστεί ξερολιθιά πάνω στα σπίτια των Ηλείων που καιγόντουσαν. Κι εκείνοι έμειναν μαζί τους. Να τις σώσουν απ’ τις φλόγες ή μαζί τους να καούν…

Και κάηκαν μαζί τους! Τώρα, ακόμα κι αν τα απανθρακωμένα δάση ξαναφυτευτούν, ακόμα κι αν τα σπίτια, που εξαφάνισαν οι φλόγες, τα χωριά, ξαναχτιστούν, ακόμα κι αν οι άνθρωποι που έγιναν παρανάλωμα αναστηθούν, τίποτα πια δεν θα ‘ναι όπως παλιά…
Νίκος Τσαγκρής

21 Αυγούστου 2007

Άνθρωποι και μύγες...


Όταν μπήκα στο γραφείο, δύο συνάδελφοι σκότωναν μύγες. Κρατούσαν στα χέρια τους από μια εφημερίδα ο καθένας και σκότωναν μύγες! Το θέαμα ήταν εξωπραγματικό. Σουρεαλιστικό. Σπάνιο…

Οι μύγες είναι πια σπάνιο είδος στην Αθήνα. Πιο σπάνιο είναι να δεις ανθρώπους να τις σκοτώνουν. Κι όταν οι άνθρωποι που τις σκοτώνουν είναι δυό δημοσιογράφοι σε ένα γραφείο εφημερίδας, το θέαμα είναι εξωπραγματικό, σουρεαλιστικό, σπάνιο…

Οι μύγες είναι ενοχλητικές। Ακόμα κι αν πρόκειται για τέσσερις μύγες που μπήκαν σ’ ένα δημοσιογραφικό γραφείο ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι του 2007, σε μια πόλη όπου οι μύγες αποτελούν σπάνιο είδος.

Ακόμα και τότε είναι ενοχλητικές, και μπορείς να δεις δυό δημοσιογράφους με εφημερίδες στα χέρια να τις σκοτώνουν। Προσφέροντας ένα θέαμα εξωπραγματικό, σουρεαλιστικό, σπάνιο. Τόσο σπάνιο όσο και οι μύγες στην Αθήνα του 2002…

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι ενοχλητικοί όσο και οι μύγες. Και άλλοι που είναι πολύ πιο ενοχλητικοί απ’ αυτές. Αλλά σπάνια τους σκοτώνουμε σαν τις μύγες, παρ’ όλο που δεν αποτελούν σπάνιο είδος, όπως οι μύγες, σε μια πόλη σαν την Αθήνα του 2002.

Αυτό αποδεικνύει τον σεβασμό που τρέφει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο και, αν όχι αυτό, τον φόβο που έχει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο σε σχέση με το φόβο που έχει ο άνθρωπος για τη μύγα.


Υπάρχουν κάποιοι που βλέπουν τους ανθρώπους σαν μύγες। Χαρακτηριστική περίπτωση, ο αμερικανός πρόεδρος Μπους. Ο οποίος απέδειξε πώς δεν έχει κανένα πρόβλημα να σκοτώνει ανθρώπους (αν συμφωνείτε μαζί μου ότι οι ιρακινοί είναι άνθρωποι) όπως οι άνθρωποι σκοτώνουν μύγες.

Ελάχιστοι είναι οι πολιτικοί ηγέτες που ενοχλούνται όταν άλλοι πολιτικοί ηγέτες σκοτώνουν ανθρώπους όπως οι άνθρωποι σκοτώνουν μύγες. Γενικά, οι πολιτικοί ηγέτες ενοχλούνται περισσότερο απ’ τις μύγες παρά από τους άλλους πολιτικούς ηγέτες. Ακόμα κι αν αυτοί σκοτώνουν ανθρώπους όπως οι άνθρωποι σκοτώνουν μύγες.

Όταν μπήκα στο γραφείο, δυο συνάδελφοι σκότωναν μύγες. Δεν τους ρώτησα γιατί τις σκοτώνουν. Ποτέ δεν ρωτάω τους δημοσιογράφους γιατί σκοτώνουν μύγες. Παρ’ όλο που γνωρίζω ότι οι μύγες τους ενοχλούν λιγότερο από τους πολιτικούς. Ιδιαίτερα τώρα, στην προεκλογική περίοδο.

Ναι, το θέαμα των δυο συναδέλφων (να κρατούν από μια εφημερίδα ο καθένας και να σκοτώνουν μύγες σ ’ένα δημοσιογραφικό γραφείο ένα προεκλογικό μεσημέρι του Αυγούστου) ήταν εξωπραγματικό. Αλλά και οικείο. Τόσο εξωπραγματικό, όσο το θέαμα ενός δημοσιογράφου που, προεκλογικά, «ενοχλεί» τους πολιτικούς περισσότερο από μια μύγα. Και τόσο οικείο όσο το θέαμα ενός πολιτικού που, προεκλογικά, «ενοχλεί»τους δημοσιογράφους λιγότερο από μια μύγα.

Νίκος Τσαγκρής

16 Αυγούστου 2007

Η εμπρηστική αλήθεια της ιστορικής αλήθειας και οι εκλογές

Μπροστά στη συμφορά, που έπληξε τη γη της Ελλάδας και τους ασθενέστερους οικονομικά κατοίκους της (αφού οι άλλοι θα κερδίσουν ακόμα κι απ’ τ’ αποκαΐδια), μπροστά στην εκλογική αναμέτρηση (άλλη συμφορά αυτή, αφού εν τέλει δεν πρόκειται να προκύψει παρά μια ακόμα αναδιανομή των σημείων του επικοινωνιακού σκυλοκαβγά ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα) το ζήτημα του βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού μοιάζει ασήμαντο, παρά την ανάκαμψη της δημοσιότητάς του, παρά το γεγονός πως η κυβέρνηση θέλει να προχωρήσει σε εκλογές κάτω από την «εθνοσωτήρια» σκιά του και όχι μέσα στην «τριτοκοσμική» υγρασία του σκανδάλου των ομολόγων, όπως επιθυμεί η αξιωματική αντιπολίτευση. Το Παρόν, θα έλεγε κανείς, είναι τόσο σκληρό, ώστε η ενασχόληση με το παρελθόν καταντά πολυτέλεια, μπροστά στο δυσοίωνο μέλλον που αποκαλύπτουν οι καπνοί των δένδρων και τη λαύρα της πολιτικής αχρειότητας.

Ωστόσο, επειδή κανένα παρελθόν δεν είναι παρελθόν παρά στον βαθμό που σημαίνει κάτι για το παρόν και το μέλλον, το κοινότοπο και εν πολλοίς αστείο ζήτημα των γλωσσικών διατυπώσεων των ιστορικών γεγονότων (κατά τα λοιπά, το εν λόγω θέμα αποτελεί σπουδαίο κεφάλαιο της θεωρίας της επιστήμης) παίρνει τη μορφή μιας ακόμα δοκιμασίας του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται στην Ελλάδα ο διάλογος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, της αξιοπιστίας του κρατικού μηχανισμού και εν τέλει της ποιότητας της δημοκρατίας μας, που παρεμπιπτόντως γιόρτασε τριάντα τρία χρόνια. Τριάντα τρία χρόνια, που ήδη διαθέτουν ένα πολιτικό δικαστήριο, από το οποίο προέκυψε τελικά η -έστω και άτυπη- νομιμοποίηση της ατιμωρησίας.
Μια πρώτη αυτοψία στο καμένο τοπίο της δημοκρατίας μας, με βάση τον ανάπηρο διάλογο για το ιστορικό παρελθόν μας και μπροστά στις εκλογές δείχνει πως:

ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ συμπεριλαμβανομένων των ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ, αδυνατούν να διαχειριστούν -πόσο μάλλον να εκπροσωπήσουν- οποιοδήποτε αίτημα της κοινωνίας των πολιτών, αφού από καιρό συνωστίζονται έξω από τα κέντρα εξουσίας ζητιανεύοντας κάποιον ρόλο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα κατάλαβαν την δύναμη των Μ.Μ.Ε. ενσωματώνοντας απολύτως τους ρόλους τους στο ρητορικά τεχνάσματα παραγωγής ειδήσεων.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ δεν εννοεί να παραιτηθεί από το μερίδιο εξουσίας που απολαμβάνει μέχρι σήμερα και αφού συναντά αντιστάσεις στον χώρο της αμιγούς πολιτικής, στρέφεται ραγδαία προς τον χώρο των Μ.Μ.Ε. τα οποία καλωσορίζουν το θρησκευόμενο κοινό, έτοιμα να εκχωρήσουν -επικοινωνιακά προς το παρόν- εξουσία στους αρχιερείς.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ αδυνατεί να διαχειριστεί την εξουσία, που ούτως ή άλλως διαθέτει, αφού από καιρό φρόντισε να τη διευρύνει προς την κατεύθυνση του Τύπου και των πολιτικών οργανισμών. Αυτοί που έπρεπε να αποτελούν τον σταθερότερο παράγοντα υπεράσπισης της ουσίας της δημοκρατίας: της αντικειμενικής και ανεξάρτητης σκέψης, παρουσιάζονται ως απολογητές ιδεολογικών τάσεων, που διαμορφώνονται πότε από τα συγκροτήματα Τύπου, πότε από τα πολιτικά κόμματα και πότε από διάφορες επικοινωνιακές συμμαχίες.


ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ αδυνατεί πια να διαχειριστεί οτιδήποτε। Δεν μπορεί καν να παράγει την επικαιρική ιδεολογία που θα του επέτρεπε να διατηρήσει την ευκυβερνησία σ’ ένα στοιχειώδες επίπεδο। Λειτουργεί σαν ανάδοχος δημοσίων εικόνων, προσπαθώντας να καταστήσει τη δική του αρεστή στα target groups των Μ।Μ।Ε। Εξάλλου, δεν μπορεί να εισπράξει το παραμικρό από τη διεξαγωγή μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην Εκκλησία και τις ακροδεξιές ομάδες από τη μια και στην επιστημονική κοινότητα και τους Νεοπολιτικούς παράγοντες από την άλλη. Έτσι, το πολιτικό τοπίο διαμορφώνεται αφενός από τις ομάδες που εμμένουν στις Παλαιοπολιτικές αξίες (έθνος, κράτος, λαός, πολιτική, κοινωνική πολιτική, συλλογική δράση), συμφύροντας στοιχεία χριστιανικά, σοσιαλιστικά, κομμουνιστικά και εθνικιστικά, και αφετέρου από τις ομάδες που προωθούν -χωρίς όμως να διαθέτουν ακόμα το απαραίτητο θάρρος ώστε να το δηλώσουν- Νεοπολιτικές αξίες (παγκόσμιος άνθρωπος, διαπλανητικό χωριό, διευρυμένος φιλελευθερισμός, πίστη στον αυτοματισμό της κοινωνικής ανάπτυξης μέσω της μαζικής επικοινωνίας) ωθώντας τις αρχές του Διαφωτισμού στα άκρα. Είναι φανερό πως πίσω από αυτή τη βουβή σύγκρουση κρύβεται η επιθετική τακτική μιας νέας τάξης επιχειρηματιών της επικοινωνίας, που ζητούν διεύρυνση της αγοράς και απελευθέρωση των παραγωγικών σχέσεων και δυνάμεων, οι οποίες περιορίζονται από τα εθνικά σύνορα και τις μεταπολεμικές πολιτικές επιλογές, που επέβαλε η λαϊκή πίεση. Σήμερα, δεν υπάρχει τίποτε πιο προφανές από την προσπάθεια των ανθρώπων της επικοινωνίας να διαβάλουν την πολιτική και τους πολιτικούς, να πείσουν τις μάζες πως οι ίδιοι μπορούν να διαχειριστούν καλύτερα τα κοινωνικά προβλήματα και εν τέλει να κυβερνήσουν.

Αν είναι, λοιπόν, να προσέλθουμε στις εκλογές -αποδεχόμενοι την πραγματικότητα- θα πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζουμε πια είναι αυτή η πραγματικότητα. Οι ψεύτικοι όροι του πολιτικού παιχνιδιού, όπως τους θέτουν τα πολιτικά κόμματα -αρνούμενα να παραδεχθούν τον αυτοευνουχισμό τους- δημιουργούν ένα σκηνικό παλιάς καλής «αγωνιστικής θαλπωρής», αλλά ουσιαστικά τινάζουν στον αέρα κάθε έννοια χρησιμότητας της πολιτικής. Μετά τις εκλογές -όποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα κι αν τις κερδίσει- θα αποδειχθεί πως οι εκλογές -αυτές καθαυτές- δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Το μόνο που θα έχει μείνει αλώβητο και εν πολλοίς ισχυροποιημένο θα είναι τα μέσα διεξαγωγής της πολιτικής επιλογής: οι εφημερίδες και οι τηλεοπτικοί σταθμοί, με την άψογη οργάνωση, τη μαχητική υπεράσπιση -έστω και τα λόγια- των λαϊκών συμφερόντων, τη συνέπεια στην παραγωγή εύπεπτης υποκουλτούρας και με μια λέξη τον άρτο και τα θεάματα που χρειάζεται ο λαός.

Αλλά αφού είμαστε πια πεπεισμένοι πως ό,τι γίνεται στην ανθρώπινη Ιστορία είναι αυτόματα καθαγιασμένο -κατά τη ρήση του Χέγκελ «Ό,τι είναι πραγματικό είναι λογικό και ό,τι είναι λογικό είναι πραγματικό», την οποία έθεσαν σε κριτική οι φιλόσοφοι πριν από 150 χρόνια- είναι ίσως μάταιο να αντιστεκόμαστε.

ΟΙ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ, τα ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ, η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ και το ΚΡΑΤΟΣ, οι ρυθμιστικοί παράγοντες της κοινωνικής ζωής από την εποχή της γαλλικής επανάστασης και εντεύθεν, αυτοκτόνησαν.

Κάποιος πρέπει να κυβερνήσει, έστω και άτυπα.

Αυτή είναι η πραγματική αλλοίωση της Ιστορίας του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος.

Οι εκλογές αυτές είναι ήδη μια κηδεία του θεσμού των εκλογών.

Αλλά δεν θα το συνειδητοποιήσουμε πριν αρχίσουν να επιτίθενται μέσα στη νύχτα οι πρώτοι βρικόλακες της Ιστορίας.

Γιώργος Μπλάνας.

13 Αυγούστου 2007

Το τραγούδι μιας ζωής σκαμμένης


Τον είδα σ' ένα ντοκιμαντέρ για το ορυχείο της Μήλου. Τα παλαιά ορυχεία, τότε που ανοίγανε στοές και μπαίνανε οι άνθρωποι μέσα στη γη, όχι όπως τώρα με τις ανοιχτές εξορύξεις που κόβουνε ολόκληρα βουνά σαν να 'τανε βούτυρο. Απόμαχος εργάτης ορυχείου. Σκαμμένο πρόσωπο. Σκαμμένη ζωή, σκαμμένη φωνή. Ακουμπισμένος στην είσοδο μιας στοάς ανενεργού ορυχείου. Εκεί δούλεψε, εκεί έζησε. Μέρα με την ημέρα, μέτρο με το μέτρο σκάβοντας το χώμα και το σκοτάδι. Μέτρο το μέτρο μια ολόκληρη ζωή μετρημένη με σκοτάδι. Μίλησε ο γέροντας για τη δουλειά του. Και μίλησε όμορφα, χωρίς περιττές κουβέντες. Μίλησε παστρικά και ίσια, όπως μιλάνε εκείνοι που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Ούτε μελούρες, ούτε θυμοί, ούτε ξόμπλια.

Μονάχα με μια αδιόρατη περηφάνεια, πολύ βαθιά στον λόγο του ο γέροντας, την έχω δει κι άλλες φορές αυτή την περηφάνεια. Δεν είναι έπαρση, δεν είναι αυτό το "κοίτα να δεις εγώ", όχι. Είναι μια πηγαία αίσθηση εκείνου που δεν υποχώρησε από το καθήκον του όπως το καταλάβαινε. Καθήκον απέναντι στην οικογένεια, στις ανάγκες του βίου, καθήκον απέναντι στον εαυτό του, να 'ναι εντάξει, καθήκον απέναντι στη δουλειά που την τιμούσε, καθήκον απέναντι στους άλλους εργάτες.

Δεν είπε πολλά ο γέροντας. Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι δεν μιλούν πολύ. Κι ύστερα εκεί, στην είσοδο της στοάς, σαν να είχε μόλις τελειώσει τη βάρδιά του, τη βάρδια μιας ολόκληρης ζωής τραγούδησε κι ένα τραγούδι ραγισμένο. Θα μπορούσε να ήτανε και μοιρολόι αν δεν ήταν τόσο βαθιά, σαν τη βαθύτερη στοά που σκάφτηκε ποτέ, νοσταλγικό. Τραγούδησε ο γέροντας για τον χρόνο που πάντοτε περνάει: "Αχ και να γύριζαν κείνα τα χρόνια πίσω / θα έτρεχα ξυπόλυτος για να τα συναντήσω". Και εκεί τελείωσε και το ντοκιμαντέρ. Σ' αυτό που ποτέ κανείς δεν συνάντησε.

Έμεινα έκθαμβος κι όλο φέρνω στον νου μου το πρόσωπο του γέροντα, αυτές τις μέρες που το κάθε σίχαμα και το κάθε απόπλυμα ταλαιπωρεί τη γλώσσα και την πατρίδα, εξηγώντας, απειλώντας με μηνύσεις, καταθέτοντας στον ανακριτή, αποσείοντας ευθύνες, κατηγορώντας τον αντίπαλο, αισχρολογώντας με μια κουβέντα, όπως ακριβώς αισχολογούν οι τα αισχρά πράττοντες, μια ολόκληρη ζωή. Αυτοί που δεν έχουν τίποτα που να αξίζει, απ' τη ζωή τους να το τραγουδήσουν. Σιχάματα, αποπλύματα και κνώδαλα.

Τραγούδησε ο γέροντας σαν παλιός μιναδόρος. Με την παραμίνα και τον δυναμίτη της κουβέντας του και της σκαμμένης του φωνής. Με 'κείνο το "αχ" που είναι ντέρτι και πείσμα μαζί και οργισμένο μαράζι για την ανημπόρια. Άμα έχεις στύψει την πέτρα -σχεδόν κατά κυριολεξία- ξέρεις από τέτοια. Κι όταν έρχεται η πικρή στιγμή, επειδή το ξέρεις το μετάλλευμα που έχει περάσει από τα χέρια σου, το φτιάχνεις μόνος σου το τραγούδι, δεν περιμένεις να στο φτιάξουν άλλοι και να το τραγουδήσουν. Μόνος σου το φτιάχνεις και μόνος σου το τραγουδάς, ακόμη και χωρίς φωνή. Γιατί και χωρίς φωνή γίνεται να τραγουδήσεις, χωρίς ζωή δεν γίνεται να τραγουδήσεις.


Κώστας Καναβούρης (απόσπασμα από άρθρο του στην ΑΥΓΗ)

9 Αυγούστου 2007

Ωχ! έρχονται πάλι οι πολιτικοί...



Οι πολιτικοί συζητούν για τις εκλογές. Πάντα οι πολιτικοί συζητούν για τις εκλογές. Περισσότερο εκείνοι που μένουν εκτός κυβερνητικής εξουσίας. Επειδή θεωρούν ότι αξίζουν περισσότερο από τους άλλους να είναι εντός της κυβερνητικής εξουσίας. Όλοι οι πολιτικοί κυβερνητικών κομμάτων θεωρούν ότι αξίζουν να κυβερνούν περισσότερο από τους «άλλους».Έτσι, οι «άλλοι» είναι πανομοιότυποι μ’ «αυτούς». Ακριβώς όπως οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ με τους πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας, να πούμε.

Οι πολιτικοί των μη κυβερνητικών κομμάτων μόνο μέσα τους θέλουν να κυβερνήσουν. Έξω τους, αρκούνται να συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους κυβερνητικούς συναδέλφους τους. Να διατηρούν γένια πολλών ημερών, να μην φορούν γραβάτες να δείχνουν θυμωμένοι και επικριτικοί. Συζητούν κι αυτοί για εκλογές και απαιτούν από το λαό να τους ψηφίσει. Όχι για να κυβερνήσουν αλλά για να ξαναμπούν στη βουλή. Επειδή, λέει, είναι απαραίτητο για τη Δημοκρατία να είναι παρόντες στη Βουλή. Απλά, να είναι παρόντες.
Αυτό είναι ακατανόητο για τους απλούς πολίτες. Το καταλαβαίνουμε μόνο εμείς οι αριστεροί, που μάλλον είμαστε πιο… σύνθετοι πολίτες. Έτσι φαίνεται. Αφού, κάθε φορά τους ψηφίζουμε. Για να είναι απλά παρόντες. Και να καταγγέλλουν. Τους άλλους.

Οι απλοί πολίτες είναι κουρασμένοι απ’ την πολιτική και τους πολιτικούς. Αδιαφορούν για τις εκλογές. Το μόνο που μπορεί να τους στρατεύσει είναι τα παραπάνω ευρώ, το σπίτι που χτίζεται, το εξοχικό, το αυτοκίνητο, η τηλεόραση και το σόπινγκ. Και οι εκλογές. Για να ψηφίσουν το κυβερνητικό κόμμα που συντηρεί τα μικρά τους προνόμια.

Τελευταία, οι πολιτικοί θέλουν να εκλεγούν μόνο για να εξασφαλίσουν το... μεροκάματο. Και τη φήμη του πολιτικού, που είναι η κακοφημία της πολιτικής. Έτσι, σαν τους «βάρβαρους καλλιτέχνες» του Φερνάντο Πεσσόα, εισβάλλουν στην πολιτική απ’ έξω: Ανήκουν σ’ αυτήν μόνο και μόνο επειδή η πόρτα του σπιτιού τους έχει αριθμό και κουδούνι που γράφει «Βουλευτής». Χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πώς φτιάχτηκαν οι δρόμοι και γιατί στην πόρτα του σπιτιού τους υπάρχει διαφορετικός αριθμός από το σπίτι του γείτονα. Διασχίζουν την πολιτική διαγωνίως. Μπαίνουν από το παράθυρο, όχι από την κανονική είσοδο, και βγαίνουν από ένα άλλο παράθυρο. Θεωρούν την πράξη τους σπουδαία μόνο και μόνο επειδή, σαν άνεμος, παρασύρουν στο πέρασμά τους αντικείμενα, «πορτραίτα πολιτικών ηγετών, έντυπες διακηρύξεις και ιδεολογικά μανιφέστα», αντικείμενα της πολιτικής, και τα σκορπάνε στο πάτωμα…

Ναι, οι πολιτικοί τρελαίνονται για εκλογές. Ιδιαίτερα εκείνοι που μένουν εκτός κυβερνητικής εξουσίας. Επειδή θεωρούν ότι αξίζουν δια να κυβερνούν περισσότερο απ’ τους «άλλους». Άλλοι μπαίνουν απ’ το παράθυρο. Να εκλεγούν για να εξασφαλίσουν τη φήμη του πολιτικού. Που είναι η κακοφημία της πολιτικής.


Νίκος Τσαγκρής

5 Αυγούστου 2007

Οι φωνές των κολασμένων


Οι άνθρωποι έχουν μια τάση να αδιαφορούν και το μόνο που μπορεί να τους στρατεύσει είναι τα παραπάνω ευρώ, το σπίτι που χτίζεται, το εξοχικό, το αυτοκίνητο, η τηλεόραση και το σόπινγκ. Κλεισμένοι στο καταναλωτικό τους παραπέτασμα, προσπαθούν να περάσουν όσο καλύτερα μπορούν μέσα στην πολυτελή πλήξη τους. Και καμία ανθρώπινη φωνή που ζητάει βοήθεια δεν μπορεί να διακόψει τη ροή του σίριαλ.

Ο εικονικός κόσμος προϋποθέτει και εικονικούς ανθρώπους. Και έτσι στα μέσα του καλοκαιριού, οι φωνές των κρατουμένων από εννιά φυλακές δεν άγγιξαν την καθημερινή ραστώνη. Ιδού ποια είναι η καθημερινή τους ζωή:

Βρίσκονται σε παντελή απομόνωση. Ούτε πληροφορίες ούτε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Χορήγηση χαπιών και ηρωίνης για καταστολή.Η φαρμακευτική περίθαλψη είναι ανύπαρκτη. Υποσιτισμός, αϋπνία, τηλέφωνο με το σταγονόμετρο. Ξαφνικές μεταγωγές αν κρατούμενος θεωρηθεί «ζωηρός», περικοπή αδειών, αναστολών, επισκεπτηρίων. Κατάργηση του δικαιώματος εργασίας. Και πάντα οι διοικήσεις των φυλακών αρνούνται να τους δεχτούν σε ακρόαση. Από αυτή την καθημερινή βαρβαρότητα δεν λείπουν οι απάνθρωπες και ταπεινωτικές συμπεριφορές των σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι απειλές, οι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια. Ακόμη και οι θάνατοι.

Αυτές οι καταγγελίες είναι επώνυμες. Πράγμα που σημαίνει πως αν είναι ανακριβείς ή συκοφαντικές, οι υπογράφοντες έχουν ποινική ευθύνη. Υπάρχει φυλακισμένος που να θέλει να επιβαρύνει τη θέση του; Και το γεγονός πως αυτά διαδραματίζονται σε εννιά φυλακές σημαίνει πως γίνονται σε όλες. Και αυτό δείχνει πώς λειτουργεί συνολικά το σωφρονιστικό σύστημα. Και αυτό σημαίνει άμεσες πολιτικές ευθύνες που αποδίδονται στη σημερινή κυβέρνηση και ιδιαίτερα στον υπουργό Δικαιοσύνης.

Θα ερευνήσει αυτές τις καταγγελίες; Ασφαλώς και όχι. (Και μακάρι να τον αδικώ.) Αν και όλα αυτά που καταγγέλλουν οι κρατούμενοι είναι μορφές βασανιστηρίων, σύμφωνα με το Διεθνές και Εθνικό Δίκαιο, η κυβέρνηση της Ν.Δ. διά του κυβερνητικού της εκπροσώπου, κ. Αντώναρου, στο μπρίφινγκ της 3ης Ιουλίου 2007 είπε πως δεν υπάρχουν βασανιστήρια. Και αφού η κυβέρνηση αποφάσισε πως δεν γίνονται βασανιστήρια στην Ελλάδα, γιατί να κάνει έρευνα;
Περικλής Κοροβέσης

1 Αυγούστου 2007


Ε, ΝΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΕΙΜΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ!


Την κρίσιμη ετούτη στιγμή, στο κατώφλι των διακοπών, λίγο πριν τις εκλογές που θα ακολουθήσουν, εγώ, υπεύθυνος πολίτης του τόπου μου, θέλω να ευχαριστήσω:

*Την Κυβέρνηση για το ήθος που επέδειξε και έναν έναν τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος για την ακεραιότητα, το δημοκρατικό πνεύμα και την αποποίηση του παραδοσιακού πελατειακού πνεύματος που τους χαρακτήρισε.

*Την Αντιπολίτευση για την εις βάθος, εμπεριστατωμένη κριτική που άσκησε, με πνεύμα αντικειμενικό και τακτική αρμόζουσα σε δημοκράτες, δίχως ύβρεις, ειρωνείες και δημοκοπίες.

*Την Αστυνομία για την ενότητα, την ομοψυχία και τον σεβασμό του Συντάγματος.

*Την Πυροσβεστική για τον άψογο συντονισμό και την ετοιμότητα, αποτελέσματα, ασφαλώς, της ιδιαίτερης αίσθησης αξιοπρέπειας που αποκλείει κάθε μικροπρεπή σύγκρουση στους κόλπους του Σώματος.

*Τους υπαλλήλους -ιδίως τους συνδικαλιστές- του Δημοσίου, των οποίων η διαρκής ετοιμότητα απέκλεισε κάθε περίπτωση απάτης.

*Τους συμπατριώτες μου εν γένει, για τη μαχητικότητα με την οποία περιφρουρούν τη δημοκρατία μας, απομονώνοντας τους ανεύθυνους, τους δημαγωγούς και τους ιδιοτελείς.

Ναι, αισθάνομαι υπερήφανος για την ιδιότητα του πολίτη της Αδάλλε, αυτού του αρχαίου και λαμπρού τόπου του πλανήτη Άρη.

Αισθάνομαι υπερήφανος και τυχερός, όταν σκέπτομαι τι τραβούν εκείνοι οι κάτοικοι του πλανήτη Γη, ιδίως οι Έλληνες.


Γιώργος Μπλάνας
Γραφέας Α΄