24 Ιουνίου 2007

Ας γράψω κάτι...


Δεν ξέρω, πια, αν έχει νόημα να γράφω. Οι λέξεις μου δεν σχηματίζονται επάνω στο χαρτί, δεν «γράφουν», λιώνουν σαν λαδομπογιές στονέφτι.
Δεν έχω ιδέα πού οφείλεται αυτή η αναποδιά. Όσες φορές προσπάθησα να καταλάβω, μια κούραση όμοια με πλήξη με απέτρεπε. Αμέσως έστρεφα το βλέμμα στο παράθυρο να διαπιστώσω αν ο κόσμος, πράγματι, υπάρχει. Λες κι αν υπήρχε θα ’κανε τις λέξεις μου αλεξίσφαιρες.
Σπάνια υπήρχε. Κι όποτε υπήρξε ήταν κόσμος-άκοσμος, απόκοσμος. Αποκαθηλωμένος από την συνείδηση του σύμπαντος. Κι εντός του, η ανθρωπότητα άσκεφτη, ασυνείδητη, αδρανής…
Είναι η εικονική πραγματικότητα αυτή που βλέπω ή είμαι εγώ μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, μια εικόνα κείμενη στον χρόνο. Tί τρέχει, ξέχασα να ζω, να αισθάνομαι, να υπάρχω;
Ελπίζω όχι, ωστόσο ναι, ομολογώ πώς σπάνια έχω τη συνείδηση της κοσμικής ζωής, πως μόνο μέσα μου, στον εσωτερικό μου κόσμο ζω πραγματικά. Εκεί βρίσκω άφθονα σπαράγματα των στίχων της ψυχής. Και χρώματα να βάζω στα όνειρα και μουσικές για να χορεύει η φαντασία.
Δεν θέλω να είμαι εδώ, στο πνιγηρό παρόν, θέλω να ζωγραφίσω τη ζωή με πινελιές ονείρων. Θέλω να γράψω κάτι τρυφερό, όμως αμέσως όταν ξεκινώ το ξανασκέφτομαι: Υπάρχει ελπίδα να συναντηθούν οι προτιμήσεις μας, η διάθεσή μου με τη διάθεσή σας; Κι αν όχι, δεν θα μείνω εκτός; Μοναχικός κι ανεπιθύμητος ανάμεσα σ’ ανθρώπους που αμύνονται μανιωδώς στην τρυφερότητα της φύσης, των ανθρώπων, της ζωής;
Όμως θα το ρισκάρω και θα γράψω κάτι τρυφερό. Τουλάχιστον, να προσπαθήσω, θέλω:
Καθόμαστε στη λίμνη, αργά τη νύχτα, με το φως του φεγγαριού. Σχεδόν απόλυτη σιωπή στην παραλία. Μόνο οι ψίθυροι των ελαχίστων παφλασμών έφταναν ως τ’ αυτιά μας.
Αίφνης ακούστηκε ένας ήχος πιο ξεχωριστός. Σαν να ’πεφτε ένα βότσαλο έξω, στα ρηχά. Πήραμε το φακό και πήγαμε να δούμε τι συμβαίνει. Ήτανε δύο μικρές σουπιές, που ερωτευμένες έπαιζαν στο φως του φεγγαριού. Τότε ο Στέλιος πήρε την απόχη και με μια απλωτή τις μάζεψε και τις απέθεσε στα βότσαλα της παραλίας.
Σε λίγο οι φτωχές σουπιές άρχισαν να ξεψυχούν ψεκάζοντας τριγύρω μικρές σταγόνες ασφυξίας. Ένιωσα αποστροφή και μια αφόρητη ντροπή. Σαν δήμιος μικρών ψαριών. Ο Στέλιος, το κατάλαβε, τις πήρε με το χέρι και τις έβαλε ξανά μες στο αλμυρό νερό.
Ύστερα άρχισε να τις χαϊδεύει τρυφερά, μέχρι που αυτές ξαναζωντάνεψαν, αμόλησαν μελάνι και με απαλές κινήσεις χάθηκαν ανάμεσα στα πετραδάκια του μαγιάτικου γιαλού…
Νίκος Τσαγκρής